ΤΕΧΑΝΟΥ

,

Το τέταρτο βιβλίο του Έπους της Γαιοθάλασσας

Κειτόταν σαν νεκρός, αλλά δεν ήταν νεκρός. Πού ήταν; από τι είχε περάσει; Εκείνη τη νύχτα, στο φως της φωτιάς, η Τενάρ τού έβγαλε τα λεκιασμένα, φθαρμένα, σκληρά απ’ τον ιδρώτα ρούχα. Τον έπλυνε και τον άφησε ξαπλωμένο γυμνό ανάμεσα στο λινό σεντόνι και την κουβέρτα από απαλό, βαρύ κατσικίσιο μαλλί. Αν και κοντός και λεπτοκαμωμένος άντρας, κάποτε ήταν συμπαγής, δυνατός· τωρα ήταν αδύνατος σα να είχε λιώσει ώς το κόκαλο, φθαρμένος, εύθραυστος. Ακόμα και οι ουλές που αυλάκωναν τον ώμο και την αριστερή πλευρά του προσώπου του από τον κρόταφο ώς το σαγόνι έμοιαζαν να έχουν μικρύνει, να ‘χουν ασπρίσει. Και τα μαλλιά του ήταν γκρίζα. Έχω βαρεθεί να πενθώ, σκέφτηκε η Τενάρ. Βαρέθηκα το πένθος, βαρέθηκα τη θλίψη. Δεν θα λυπηθώ γι’ αυτόν! Δεν ήρθε σ’ εμένα πάνω στον δράκο; Κάποτε σκόπευα να τον σκοτώσω, σκέφτηκε. Τώρα θα τον κάνω να ζήσει, αν μπορέσω. Τότε τον κοίταξε με μια πρόκληση στα μάτια, χωρίς οίκτο. «Ποιος απ’ τους δυο μας έσωσε τον άλλον από τον Λαβύρινθο, Γκεντ;»