ΜΑΪΚΛ
ΜΟΥΡΚΟΚ

Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΩΝ ΞΕΧΑΣΜΕΝΩΝ ΜΥΘΩΝ

Μετάφραση Θωμάς Μαστακούρης

Οι νέες περιπέτειες του αλμπίνου αντι-ήρωα, ο οποίος άλλαξε για πάντα τον χώρο της λογοτεχνίας του Φανταστικού, έρχονται γραμμένες από τον δημιουργό του, τον ανεξάντλητο Μάικλ Μούρκοκ, 60 και πλέον χρόνια μετά την κυκλοφορία της πρώτης του ιστορίας!

Αριθμός σελίδων
464
Συγγραφέας
ΜΑΪΚΛ
ΜΟΥΡΚΟΚ
ISBN
978-960-521-342-8
Μετάφραση
Θωμάς Μαστακούρης
Σχήμα
14
x
21

O Έλρικ του Μελνιμπονέ, ο περήφανος Πρίγκιπας των Ερειπίων, βασανισμένος από τις τύψεις για την προδοσία που διέπραξε εις βάρος του λαού του, οδηγώντας τον στον αφανισμό, ξεκινά καινούργιες περιπλανήσεις, αναζητώντας πληροφορίες για τους μακρινούς ερπετοειδείς προγόνους του και προσπαθώντας για άλλη μια φορά να απαλλαγεί από την εξάρτησή του από την Καταιγίδα, το καταραμένο ξίφος που του χαρίζει δύναμη και ζωή ρουφώντας τις ψυχές εχθρών και φίλων.

Για να το πετύχει, θα πρέπει να ταξιδέψει στον «Κόσμο Από Κάτω», να ανακαλύψει τα Κόκκινα Μαργαριτάρια των Φουρν, να βρει και να κόψει τη Μαύρη Ανεμώνη στη στοιχειωμένη πόλη Σουμ και να αντιμετωπίσει τον Ραμάντα Σαμπάρου, τον Χρυσό Πολέμαρχο, που με τη βοήθεια του Χάους απειλεί να αλώσει τη θρυλική Πόλη του Γαλάζιου Μελιού και να σαρώσει ολόκληρο τον γνωστό κόσμο.

Οι νέες περιπέτειες του αλμπίνου αντι-ήρωα, ο οποίος άλλαξε για πάντα τον χώρο της λογοτεχνίας του Φανταστικού, έρχονται γραμμένες από τον δημιουργό του, τον ανεξάντλητο Μάικλ Μούρκοκ, εξήντα και πλέον χρόνια μετά την κυκλοφορία της πρώτης του ιστορίας!

ΜΙΚ
ΧΕΡΟΝ
19,61 
ΟΥΡΣΟΥΛΑ Κ.
ΛΕ ΓΚΕΝ
Original price was: 14,00 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 12,60 €.
Χ.Φ.
ΛΑΒΚΡΑΦΤ
Original price was: 12,17 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 9,74 €.
ΣΤΕΦΕΝ
ΜΠΑΞΤΕΡ
Original price was: 36,52 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 29,22 €.
ΟΓΚΟΣΤ
ΝΤΕΡΛΕΘ
Original price was: 17,67 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 14,14 €.
ΤΖΑΚ
ΒΑΝΣ
Original price was: 15,21 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 12,17 €.

I
Πέρα από το Χείλος

Ο ΗΛΙΟΣ, ΧΑΛΚΙΝΟΣ ΠΙΑ και παραφουσκωμένος λες από αίμα, κάθισε πάνω στον ορίζοντα. Έριχνε μακριές και περίπλοκες σκιές σε ένα καράβι με παράξενο σχήμα, του οποίου τα μπρούντζινα σκαλίσματα άστραφταν σαν μάτια σ’ όλες τις εξαρτίσεις του. Πάνω στο κατάστρωμα, δυο μεγαλόπρεπες ιέρειες της Ξιό-μπαργκ, ντυμένες με περίτεχνες τελετουργικές φοδραρισμένες στολές και γυαλιστερά μπρούντζινα διαδήματα, στέκονταν με προσμονή πλάι στην κουπαστή, σιγοψιθυρίζοντας μια προσευ- χή στην προστάτιδα θεά τους, κι ύστερα έστρεψαν ξάφνου τα μάτια τους ψηλά. Εκεί, στα αχνά βάθη του ουρανού, διέκριναν μια κίνηση και, σκύβοντας το κεφάλι με περισυλλογή, αφουγκράστηκαν τον μακρινό πεινασμένο βρυχηθμό που χαιρέτιζε τον ερχομό του σκότους με θεϊκή χαρά.

Οι ιέρειες ήταν η Άντρα και η Ίντρα, από τον Ναό της Ξιό-μπαργκ στο μακρινό Κο. Ο καπετάνιος γνώριζε πως οι δυο γυναίκες είχαν ξεκινήσει για κάποια αποστολή για λογαριασμό της προστάτιδάς τους, της Βασίλισσας των Σπαθιών. Άρχισαν να ψέλνουν την τελευταία εσπερινή τελετουργία, όταν είδαν μια μεγάλη σκιά με τη μορφή μιας γυναίκας που κρατούσε ξίφος, τη μορφή που προτιμούσε η θεότητά τους στο Κο, να εμφανίζεται στον ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους. Καθώς ολοκλήρωναν την τελετουργία τους, δυο άνδρες εμφανίστηκαν, ανεβαίνοντας από τις καμπίνες των επιβατών. Ο ένας ήταν κοντός, με πυκνά και ανάκατα κόκκινα μαλλιά, κοκκινωπό δέρμα, μεγάλα γαλάζια μάτια κι ένα πλατύ, χαμογελαστό στόμα. Φορούσε ένα καφετί σακάκι με επένδυση και παντελόνι από δέρμα ελαφιού, χωμένο μέσα σε μαλακές μπότες. Ο ψηλός σύντροφός του ήταν ντυμένος με μαύρο μετάξι και μαύρο δέρμα, κι είχε μαλλιά άσπρα σαν το γάλα και δέρμα ανοιχτόχρωμο σαν το πιο λεπτό ξασπρισμένο λινό. Όπως και ο σύντροφός του, ήταν άοπλος. Ακόμα κι ένας αδιάφορος παρατηρητής θα καταλάβαινε πως η φύση του δεν ήταν εντελώς ανθρώπινη. Το μακρύ κεφάλι του με τα ελαφρώς μυτερά αφτιά και τα λοξά φρύδια του τραβούσαν την προσοχή όσο και τα διαπεραστικά, γυαλιστερά μάτια που είχαν το χρώμα του ρουμπινιού. Συνοφρυώθηκε. Είχε βγει στο κατάστρωμα πάνω στην ώρα, για να αντικρίσει τις τε- λευταίες στιγμές του οράματος.

Χαμηλώνοντας τα χέρια, οι ιέρειες στράφηκαν ξαφνιασμένες από την εμφάνιση των δύο ανδρών, οι οποίοι υποκλίθηκαν με ευγένεια. Οι σεβάσμιες γυναίκες αναγνώρισαν την παρουσία του ζευγαριού με ένα νεύμα και μετά κατέβηκαν με χάρη τη σκάλα που οδηγούσε στην καμπίνα τους. Οι άνδρες πήραν τη θέση των γυναικών στην κουπαστή. Ο μισός δίσκος του ήλιου είχε ήδη χαθεί κάτω από τον ορίζοντα, και το φως του δημιουργούσε ένα κόκκινο μονοπάτι στην ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας.

Ο ψηλός ήταν γνωστός στον Βορρά και στη Δύση, αλλά δεν ήταν αγαπητός. Ήταν ο Έλρικ, ο οποίος μερικές φορές αποκαλούνταν και Φονιάς της Φυλής του. Κάποτε ήταν αυτοκράτορας του μη ανθρώπινου βασιλείου του Μελνιμπονέ, το οποίο μέχρι πρόσφατα αποτελούσε την κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο. Ο κοντός ήταν ο Μούνγκλαμ από το Έλβερ, το οποίο βρισκόταν κάπου στη λεγόμενη Αχαρτογράφητη Ανατολή. Μετά το τελευταίο τους αντάμωμα είχαν γίνει συνταξιδιώτες – ο Έλρικ αναζητούσε απαντήσεις στα ερωτήματά του σχετικά με τις απαρχές του Μελνιμπονέ και ο Μούνγκλαμ αναζητούσε γνώσεις και πλούτη. Είχαν μοιραστεί σπάνιου είδους περιπέτειες. Είχαν πρόσφατα επιστρέψει από το Τσουν, όπου είχαν ανακαλύψει δυο ακόμα άτομα που επιθυμούσαν να ταξιδέψουν μαζί τους για τους δικούς τους περίπλοκους λόγους και τα οποία εκείνη τη βραδιά είχαν επιλέξει να μείνουν στην καμπίνα τους. Τώρα πια, στον ουρανό δεν απόμενε τίποτα από την Ξιόμπαργκ, την αντίπαλο του Άριοχ, προστάτη του Έλρικ.

Ο Μούνγκλαμ κοίταξε με ένα πλατύ μειδίαμα τις ιέρειες που έφευγαν. «Οι πιστές της Ξιόμπαργκ στο Κο είναι λίγο πιο όμορφες από τις υπόλοιπες! Η Κυρά των Όπλων έκανε καλή επιλογή στις ιέρειές της. Αρχίζω να μετανιώνω για την απόφαση που πήρα στην ταβέρνα».

Τα λόγια του προκάλεσαν ένα αχνό χαμόγελο στο πρόσωπο του φίλου του. «Είμαι πολύ στενά συνδεμένος με έναν άλλον Άρχοντα του Χάους, για να επιθυμώ περισσότερα μπλεξίματα με τους Δούκες και τις Δούκισσες της Εντροπίας. Ο Άριοχ και η Ξιόμπαργκ ήταν ανέκαθεν αντίπαλοι. Δείχνουν και οι δυο το ίδιο υπερβολικό ενδιαφέρον για τη σφαίρα των θνητών. Κάποιοι πιστεύουν ότι τέτοιου είδους αντιπαλότητες θα οδηγήσουν τελικά στην καταστροφή των κόσμων. Εξάλλου, νομίζω πως οι δυο αυτές ιέρειες δεν ενδιαφέρονται να μοιραστούν τους εαυτούς τους με κανέναν άλλον πέρα από την προστάτιδά τους και μεταξύ τους, αν οι γνώσεις μου σχετικά με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις είναι σωστές».

«Αχ», είπε ο Μούνγκλαμ, κοιτάζοντας με απογοήτευση τη σκάλα που οδηγούσε στις καμπίνες. «Έλρικ, φίλε μου, μερικές φορές θα προτιμούσα να μην προσφέρεις τις γνώσεις σου τόσο απλόχερα».

«Σε βεβαιώνω πως δεν μοιράζομαι ιδιαίτερα πολλές». Ο αλμπίνος χαμήλωσε το βλέμμα για να κοιτάξει το νερό που έγλειφε νωθρά το καράβι. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ορίζοντα που σκοτείνιαζε, λες και στον νου του είχε μπει κάποια δυσάρεστη σκέψη. Δεν του άρεσε να νιώθει την παρουσία της Ξιόμπαργκ τόσο κοντά. Η Βασίλισσα των Σπαθιών ήταν περιβόητη για την ανάμειξή της στα ζητήματα των ανθρώπων.

Ο αλμπίνος για άλλη μια φορά αναρωτήθηκε για ποιον λόγο είχε πάρει την απόφαση να κάνει αυτό το ταξίδι. Ήθελε απλώς να ξεγελάσει τον φόβο τού να χαρίσει την αγάπη του σε μιαν άλλη γυναίκα ή να ηρεμήσει την ταραγμένη συνείδησή του; Σίγουρα ήταν κάτι περισσότερο από ένας περισπασμός αυτή η ανήσυχη έρευνα για την προέλευση του λαού του, αυτά τα ταξίδια στους φυσικούς και υπερφυσικούς κόσμους σε αναζήτηση λύσεων για τα μυστήρια, τόσο τα δικά του όσο και της ύπαρξης γενικότερα; Είχε μάθει όλους τους θρύλους του Μελνιμπονέ: για το πώς μια θνητή πριγκίπισσα είχε ερωτοτροπήσει με έναν δράκο της φυλής των Φουρν και πώς ο λαός του Έλρικ είχε αναδυθεί από αυτή την υπερφυσική ένωση. Οι αναζητήσεις του πάνω στα ανάκλιντρα των ονείρων του Μελνιμπονέ, τότε που εκπαιδευόταν στη μαγεία, είχαν επιβεβαιώσει την αλήθεια αυτής της ιστορίας, αλλά δεν εξηγούσαν πολλά άλλα.

Πλέον ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί, μα ο μακρινός βρυχηθμός είχε δυναμώσει σαν να εξέφραζε κάποιον θρίαμβο. Ύστερα, ο ήλιος έσβησε πίσω από τον ορίζοντα, αφήνοντας το πλοίο μέσα σε ένα χρυσόγκριζο λυκόφως. Η μυρωδιά της αλμύρας ήταν πιο έντονη. Ένας δυνατός άνεμος φύσηξε ξαφνικά, γεμίζοντας τα πελώρια γαλάζια πανιά, ενώ οι κωπηλάτες κάτω από το κατάστρωμα σήκωναν τα μακριά κουπιά τους. Κατά ασυνήθιστο τρόπο, τράβηξαν τα κουπιά μέσα στο σκάφος και τα τακτοποίησαν. Οι δυο άνδρες άκουσαν τον ήχο του ξύλου που χτυπούσε πάνω σε ξύλο και του μέταλλου που σερνόταν πάνω σε μέταλλο, καθώς οι σκαρμοί έκλειναν γύρω από τα κουπιά.

Ακούγοντας αυτούς τους ήχους, και οι δύο άφησαν απρό- θυμα το κατάστρωμα και κατέβηκαν από τη δική τους σκάλα για να αναζητήσουν τις καμπίνες τους. Στη σκάλα συνάντησαν τον ύπαρχο, τον παχουλό και σπυριάρη γίγαντα Γκάταν Τιούν, ο οποίος τους χαιρέτησε με ευγένεια. «Φροντίστε όλα τα πράγματα που βρέχονται να είναι προστατευμένα μέσα στις καμπίνες σας, κύριοι. Θα μπούμε στο πέρασμα κάνα δυο ώρες μετά την ανατολή του φεγγαριού. Μια καμπάνα του πλοίου θα χτυπήσει το πρωί, όταν θα είναι ασφαλές να ακυρώσουμε τις προφυλάξεις». «Αν είμαστε ακόμη ζωντανοί», μουρμούρισε καλοδιάθετα ο Μούνγκλαμ.
Ο ύπαρχος του χαμογέλασε πλατιά. «Πράγματι! Καλή σας νύχτα, κύριοι. Με λίγη τύχη, θα ξυπνήσετε στον Κόσμο Από Πάνω, όπως ονομάζεται εκεί».

Καληνυχτίζοντας και τους δύο, ο Έλρικ μπήκε στη δική του καμπίνα. Απέξω ακούστηκε μια σειρά από δυνατούς γδούπους, τριξίματα και κλαγγές αλυσίδων, καθώς το πλοίο ασφάλιζε για να αντέξει το νερό.

Η καμπίνα του ήταν πλημμυρισμένη από το βαθύ πορτοκαλί φως ενός φαναριού που αιωρούνταν στο κέντρο της χαμηλής οροφής. Μια καθιστή γυναίκα κοιτούσε συνοφρυωμένη έναν μικρό πάπυρο. Σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε, καθώς ο αλμπίνος έμπαινε μέσα. Η μαυρομάλλα πριγκίπισσα Ναουχάντου- αρ του Ουίτ, η οποία τον τελευταίο καιρό αυτοαποκαλούνταν απλώς Νάουχα, ήταν εξαιρετικά όμορφη. Τα μεγάλα μαύρα μά- τια της αντανακλούσαν το φως. Τα χείλη της μισάνοιξαν σε ένα λαμπερό χαμόγελο. «Περάσαμε, λοιπόν, το σημείο απ’ το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή, άρχοντά μου».

«Έτσι φαίνεται». Ο Έλρικ άρχισε να βγάζει το πουκάμισό του, προχωρώντας προς τη φαρδιά κουκέτα τους που ήταν στρωμένη με παπλώματα και γούνες. Οι νευρώδεις μύες και η λιπόσαρκη μορφή του φανέρωναν άνθρωπο της δράσης. Ολόκληρη η εμφάνισή του ταίριαζε με αυτή του μισθοφόρου και κυνηγού θησαυρών που παρίστανε πως ήταν. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να κοιμηθούμε τώρα, πριν ξεκινήσει η πραγματική φασαρία. Είναι πολύ αργά για να σκεφτείς να επιστρέψεις στο Ουίτ».

Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους και ξανάβαλε τον πάπυρο στην κυλινδρική θήκη του. «Δεν θα ήθελα ποτέ να χάσω μια τέτοια εμπειρία, άρχοντά μου. Στο κάτω-κάτω, μέχρι να με πείσεις εσύ για το αντίθετο, συμμεριζόμουν την κοινή άποψη ότι ο κόσμος μας έχει σχήμα δίσκου. Πίστευα ότι οποιαδήποτε άλλη περιγραφή προέρχεται μόνο από παραμύθια τρελών».

«Πράγματι. Είναι όμως καλό που τόσο λίγοι πιστεύουν στην ωοειδή πραγματικότητα, επειδή η αλήθεια σίγουρα θα τους προκαλούσε σύγχυση». Μιλούσε κάπως αφηρημένα, σαν να είχε το μυαλό του σε άλλα πράγματα. «Και η μαγεία γίνεται πιο ρευστή…»

«Εγώ είμαι ακόμη μπερδεμένη», είπε εκείνη.

«Όπως και να ’χει, η πραγματικότητα θα αποκαλυφθεί πολύ σύντομα». Ήταν πλέον γυμνός, λεπτός και μυώδης μέσα στην παράξενη, χλωμή ομορφιά του. Έπιασε ένα κανάτι και έριξε νερό σε μια λεκάνη, κι ύστερα πλύθηκε βαριεστημένα. Για άλλη μια φορά εκείνη παρατήρησε τη γλυκιά, ελκυστική μυρωδιά του αλλόκοσμου κορμιού του. Αναζητούσε δράκοντες; Προγόνους; Οι δύο λέξεις ήταν παρόμοιες στη γλώσσα του. Ωστόσο, αναρωτιόταν για ποιον λόγο η ίδια τις μπέρδευε.

Άρχισε να ετοιμάζεται κι εκείνη για να πλαγιάσει. Από τότε που είχε ζευγαρώσει με τον Έλρικ, η ανία με την οποία είχε συμφιλιωθεί, είχε εξαφανιστεί ή είχε απορροφηθεί από τη δική του. Αισθανόταν ότι δεν θα μπορούσε πια να επιστρέψει ποτέ στον παλιό εαυτό της. Τα όνειρα του Έλρικ σπάνια του επέτρεπαν να κοιμηθεί συνεχόμενα όλη τη νύχτα, όμως ακόμα κι αν ο αλμπίνος την εγκατέλειπε, η ίδια ποτέ δεν θα μετάνιωνε που τον είχε γνωρίσει ή που, όπως υποπτευόταν, τον είχε αγαπήσει. Τον αποκαλούσαν Γυναικοκτόνο, αλλά δεν την ένοιαζε. Μπορεί να ήταν προδότης και να είχε αφανίσει τον λαό του, αλλά ποτέ δεν την είχε απασχολήσει το τι ήταν ή ποιον κίνδυνο διέτρεχε κοντά του. Το σκοτάδι και το φως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα σε εκείνο το παράξενο ημιανθρώπινο πλάσμα του οποίου οι πρόγονοι κυβερνούσαν τον κόσμο πριν η δική της φυλή αναδυθεί από τον ακατέργαστο πηλό της δημιουργίας. Το τρομερό σπαθί του, που εκείνη τη στιγμή ήταν τυλιγμένο μέσα σε χοντρό ύφα- σμα και δέρματα και ήταν κρυμμένο στο χαμηλότερο ντουλάπι της καμπίνας, φαινόταν να διαθέτει τη δική του σκοτεινή ευφυΐα. Ήξερε ότι θα έπρεπε να το φοβάται, όπως κι εκείνον, και ένα κομμάτι της ξαναζούσε τη φρίκη που είχε βιώσει άλλη μια φορά, εκεί στους πρόποδες των Βουνών του Θρήνου, όμως ένα άλλο κομμάτι ένιωθε περιέργεια να μάθει περισσότερα για τις ιδιότητες του σπαθιού και για τον μελαγχολικό πρίγκιπα που το κατείχε. Είχε καταλάβει το κόστος που θα πλήρωνε αν τον ακολουθούσε. Την είχε προειδοποιήσει ο ίδιος, όμως εκείνη είχε επιμείνει να εγκαταλείψει τον πατέρα και τη δίδυμη αδελφή της στην πεδινή πόλη Νουν και να τον συνοδεύσει, έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι θα εγκατέλειπε οτιδήποτε της ήταν γνώριμο. Ξαπλωμένη δίπλα σε εκείνο το σκληρό, υπέροχο, χλωμό και γεμάτο ζωή κορμί που κοιμόταν ήδη τσιτωμένο και δροσερό πλάι της, αφουγκραζόταν τους ήχους του πλοίου και της θάλασσας καθώς τα ξύλα του σκάφους έτριζαν και τα μπουμπουνητά στον ορίζοντα δυνάμωναν. Αισθάνθηκε το γαλεόνι να αυξάνει ταχύτητα, εμφανώς παρασυρμένο από κάποιο ισχυρό ρεύμα. Είχε κάποια ιδέα για το τι να περιμένει, όμως ήθελε να ρωτήσει τον Έλρικ. Εκείνος κοιμόταν, μουρμουρίζοντας σιγανά αλλά εμφανώς γαλήνιος, και δεν ήθελε να τον ξυπνήσει. Την ίδια στιγμή όμως δυσκολευόταν να πιστέψει την αταραξία του.

Αχνά, από κάπου ψηλά, άρχισε να ακούγεται μια αργή καμπάνα. Ο αλμπίνος ρίγησε πλάι της, χωρίς να ξυπνήσει. Το πλοίο ανασηκώθηκε, κάνοντάς τη να κυλήσει πάνω στο κορμί του, κι ύστερα ανασηκώθηκε άλλη μια φορά, ταρακουνώντας τη δυνα- τά. Ο Ιππότης σείστηκε και το σκαρί του βογκούσε και δεχόταν μεγάλη πίεση, καθώς η καρίνα του βουτούσε πρώτα προς τη μια πλευρά και μετά προς την άλλη, γέρνοντας τόσο βίαια, ώστε η Νάουχα αναγκάστηκε να αγκαλιάσει τον εραστή της για να μην πέσει. Ο Έλρικ κινήθηκε, σαν να ήθελε να την απωθήσει, και μετά ξύπνησε στιγμιαία. «Περάσαμε;»

«Όχι ακόμη».
Έκλεισε ξανά τα κατακόκκινα μάτια του. Για λίγο αποκοιμήθηκαν κι οι δύο. Ίσως για κάποιες ώρες, δεν ήταν σίγουρη.