Mια συναρπαστική και συγκινητική ιστορία από τη ζωή των αγροτών στην ενδοχώρα της Βραζιλίας. Έχει μεταφραστεί σε είκοσι και πλέον γλώσσες και ήταν στη βραχεία λίστα για το Διεθνές βραβείο Booker 2024.
Ο Ιταμάρ Βιέιρα Ζούνιορ (Itamar Vieira Junior) γεννήθηκε το 1979 στο Σαλβαδόρ της πολιτείας Μπαΐα στη βορειοανατολική Βραζιλία. Σπούδασε Γεωγραφία και είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στις Εθνοτικές και Αφρικανικές σπουδές. Η έρευνά του επικεντρώθηκε στη διαμόρφωση των κοινοτήτων Κιλόμπος στην ενδοχώρα της βορειοανατολικής Βραζιλίας.
Εργάστηκε για χρόνια στον κρατικό oργανισμό Incra, υπεύθυνο για τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις, τον αναδασμό γαιών και την αναδιανομή ιδιοκτησιών στη Βραζιλία. Το 2018 κέρδισε το βραβείο Leya στην Πορτογαλία για το μυθιστόρημά του Στραβό αλέτρι (Torto Arado), το οποίο κυκλοφόρησε το 2019 και αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες των τελευταίων χρόνων. Έχει γράψει επίσης τις συλλογές διηγημάτων Dias (2012), A oração do carrasco (2017), Doramar ou a odisseia (2021), καθώς και το μυθιστόρημα Salvar o fogo (2023) που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αίολος.
Βαθιά στην ενδοχώρα της βορειοανατολικής Βραζιλίας, οι αδελφές Μπιμπιάνα και Μπελονίζια βρίσκουν ένα εντυπωσιακό μαχαίρι με λαβή από ελεφαντόδοντο κάτω από το κρεβάτι της γιαγιάς τους. Μαγεμένες από το εύρημά τους, αποφασίζουν να δοκιμάσουν τη γεύση της εντυπωσιακής γυαλιστερής λάμας. Το ατύχημα που θα ακολουθήσει θα σημαδέψει τη ζωή τους και θα τις δέσει για πάντα, καθώς η μία θα είναι η φωνή της άλλης.
Το Στραβό αλέτρι θεωρείται από πολλούς ως το σημαντικότερο βραζιλιάνικο μυθιστόρημα του εικοστού πρώτου αιώνα και συνδυάζει μοναδικά το μαγικό στοιχείο και τον κοινωνικό ρεαλισμό. Αφηγείται μια συναρπαστική ιστορία αγώνων και απελευθέρωσης των αφροβραζιλιάνων ακτημόνων και απογόνων των σκλάβων σε μία από τις φτωχότερες περιοχές της χώρας. Σκιαγραφεί τις παραδόσεις, περιγράφει θρησκευτικές τελετές και αναδεικνύει τις ανθρώπινες και οικογενειακές σχέσεις, ανάχωμα σε κάθε μορφή καταπίεσης.
Μετά την εντυπωσιακή απήχηση στο αναγνωστικό κοινό της Βραζιλίας και τη διάκριση με τα σημαντικότερα βραβεία (Prêmio Jabuti, Prêmio Oceanos), το βιβλίο έχει κερδίσει πλέον και τη διεθνή αναγνώριση· έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες και έχει διακριθεί με το γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Montluc Résistance et Liberté, ενώ συμπεριλαμβάνεται στα έξι μυθιστορήματα της βραχείας λίστας για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2024.
«Ένα ποίημα του μαγικού ρεαλισμού.»
«Ο αναγνώστης να διαβάζει και να θυμώνει, να διαβάζει και να λυπάται, να διαβάζει και να αναρωτιέται.»
I
ΗΜΟΥΝ ΛΙΓΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ από εφτά χρόνων όταν έβγαλα το μαχαίρι από τη βαλίτσα με τα ρούχα, τυλιγμένο σε ένα κομμάτι πανί παλιό και γανιασμένο, γεμάτο σκουρόχρωμους λεκέδες και μ’ έναν κόμπο στη μέση. Μαζί μου ήταν η αδερφή μου, η Μπελονίζια, μικρότερη κατά έναν χρόνο. Λίγο πριν από το συμβάν αυτό, βρισκόμασταν στην αυλή του παλιού σπιτιού παίζοντας με τις κούκλες μας, φτιαγμένες από τις ρόκες του καλαμποκιού που είχαμε μαζέψει την προηγούμενη βδομάδα. Με τα κιτρινισμένα φύλλα του κάναμε ρούχα και ντύναμε τις ξεσπυρισμένες ρόκες. Λέγαμε ότι οι κούκλες ήταν οι κόρες μας, οι κόρες της Μπιμπιάνα και της Μπελονίζια. Όταν είδαμε τη γιαγιά μας να βγαίνει από το σπίτι και να παίρνει το πλαϊνό δρομάκι, συνεννοηθήκαμε σιωπηλά ότι το πεδίο ήταν ελεύθερο και ότι είχε έρθει η στιγμή για να ανακαλύψουμε τι έκρυβε η Ντονάνα στη δερμάτινη βαλίτσα, ανάμεσα στα ρούχα που μύριζαν ταγκισμένο λίπος. Η Ντονάνα είχε προσέξει πως είχαμε μεγαλώσει και ότι συχνά εισβάλλαμε στο δωμάτιό της όλο περιέργεια για να τη ρωτήσουμε σχετικά με κάποιες κουβέντες που είχε πάρει το αφτί μας καθώς και για πράγματα που δεν ξέραμε τίποτα, όπως τα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη βαλίτσα της. Ο πατέρας μας και η μητέρα μας μας μάλωνανδιαρκώς. Όσο για τη γιαγιά μας, αρκούσε να μας κοιτάξει αυστηρά για να νιώσουμε την επιδερμίδα μας να αναριγεί και να καίει, σαν να είχαμε πλησιάσει τη φωτιά.
Βλέποντάς τη λοιπόν να απομακρύνεται προς την πίσω αυλή, κοίταξα την Μπελονίζια. Αποφασισμένη να ψάξω τα πράγματα της γιαγιάς, κατευθύνθηκα, βαδίζοντας στις μύτες των ποδιών, προς το δωμάτιο, με σκοπό να ανοίξω τη φθαρμένη δερμάτινη βαλίτσα με τους λεκέδες, που τη σκέπαζε ένα παχύ στρώμα χώμα. Η βαλίτσα, όλα τα χρόνια της ύπαρξής μας ως κι εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν κάτω από το κρεβάτι. Εγώ η ίδια πήγα προς το πίσω μέρος του σπιτιού για να παραφυλάξω από την πόρτα και είδα τη γιαγιά Ντονάνα να βαδίζει αργά προς το δάσος που βρισκόταν μετά το περιβόλι και τον λαχανόκηπο, μετά το κοτέτσι με τις παλιές κούρνιες του. Εκείνη την εποχή βλέπαμε συχνά τη γιαγιά μας να μιλάει μόνη της, να λέει παράξενα πράγματα, όπως να ζητάει από κάποιον ―που δεν τον βλέπαμε― να αφήσει ήσυχη την Καρμελίτα, τη θεία που δεν είχαμε γνωρίσει. Ζητούσε από το ίδιο εκείνο φάντασμα που κατοικούσε στιςαναμνήσεις της να αφήσει ήσυχα τα κορίτσια. Ήταν λόγια ασυνάρτητα. Μιλούσε για πρόσωπα που δεν βλέπαμε ―πνεύματα― ή πρόσωπα για τα οποία δεν είχαμε ακούσει ποτέ σχεδόν τίποτα, μακρινούς συγγενείς και φιλενάδες. Είχαμε συνηθίσει να ακούμε την Ντονάνα να μιλάει μέσα στο σπίτι, να μιλάει στην αυλόπορτα, στον δρόμο για το χωράφι, να μιλάει στην πίσω αυλή, σαν να μιλούσε με τις κότες ή με τα ξεραμένα δέντρα. Η Μπελονίζια κι εγώ κοιταζόμασταν, γελούσαμε ανεπιτήδευτα και την πλησιάζαμε χωρίς να μας πάρει είδηση. Προσποιούμασταν ότι παίζαμε με κάτι εκεί κοντά, μόνο και μόνο για να ακούσουμε τι έλεγε, και ύστερα επαναλαμβάναμε με σοβαρό ύφος στις κούκλες, στα ζώα και τα φυτά ό,τι είχε πει η Ντονάνα. Επαναλαμβάναμε ό,τι έλεγε η μητέρα μας στον πατέρα μας χαμηλόφωνα στην κουζίνα. «Σήμερα μίλησε πολύ, κάθε μέρα μιλάει ολοένα και περισσότερο μόνη της». Ο πατέρας μου αρνιόταν να παραδεχτεί ότι η γιαγιά μου έδειχνε σημάδια τρέλας, έλεγε πως σε όλη της τη ζωή η μητέρα του μιλούσε με τον εαυτό της, πως σε όλη της τη ζωή επαναλάμβανε διαρκώς προσευχές και ξόρκια ανακατεμένα με τις σκέψεις της.
Εκείνη τη μέρα ακούσαμε τη φωνή της Ντονάνα να απομακρύνεται στην πίσω αυλή, ανάμεσα στα κακαρίσματα και τα κελαηδίσματατωνπουλιών. Ήταν σαν οι προσευχές και τα μουρμουρητά της, που πολλές φορές δεν έβγαζαν νόημα, να μεταφέρονταν μακριά μέσα από τις ανήσυχες αναπνοές μας εξαιτίας της σκανδαλιάς την οποία ετοιμαζόμασταν να διαπράξουμε. H Μπελονίζια χώθηκε κάτω από το κρεβάτι και τράβηξε έξω τη βαλίτσα. Το δέρμα του καϊτιτού1 που σκέπαζε τις ανωμαλίες του χωμάτινου δαπέδου κουβαριάστηκε κάτω από το κορμί της. Άνοιξα τη βαλίτσα μόνη μου, ενώ τα μάτια μας γυάλιζαν. Έβγαλα έξω μερικά παλιά, ξεθωριασμένα ρούχα και άλλα, τα οποία διατηρούσαν ακόμα τα έντονα χρώματά τους που κέρδιζαν σε λάμψη κάτω από το πυρακτωμένο φως της μέρας, ένα φως που δεν μπόρεσα ποτέ να περιγράψω με ακρίβεια. Ανάμεσα στα κακοδιπλωμένα και στοιβαγμένα ρούχα υπήρχε ένα βρόμικο ύφασμα με το οποίο ήταν τυλιγμένο ένα αντικείμενο που μας τράβηξε την προσοχή, σαν να επρόκειτο για ένα πολύτιμο κόσμημα που η γιαγιά μου φύλαγε με κάθε μυστικότητα. Ήμουν εγώ που έλυσα τον κόμπο, με όλη μου την προσοχή επικεντρωμένη στη φωνή της Ντονάνα που ήταν ακόμα μακριά. Είδα τα μάτια της Μπελονίζια να σπινθηροβολούν με την ίδια λάμψη που είχε το αντικείμενο της ανακάλυψής μας, αυτό το καινούργιο δώρο, φτιαγμένο από κάποιο μέταλλο που μόλις είχε βγει από τη γη. Ύψωσα μπροστά στα μάτια μας το μαχαίρι, που δεν ήταν ούτε μεγάλο ούτε μικρό, και η αδερφή μου ζήτησε να το πάρει. Δεν την άφησα, θα το έβλεπα πρώτη. Το μύρισα και δεν είχε την ταγκισμένη μυρωδιά των πραγμάτων που φύλαγε η γιαγιά μου, ούτε λεκέδες ή γρατζουνιές. Η πρόθεσή μου, εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή, ήταν να εξερευνήσω στον μέγιστο βαθμό το μυστικό του και να μην αφήσω να χαθεί η ευκαιρία να ανακαλύψω τη χρησιμότητα του αντικειμένου που άστραφτε στα χέρια μου. Είδα ένα μέρος του προσώπου μου να καθρεφτίζεται πάνω στο μαχαίρι, καθώς και το πρόσωπο της αδερφής μου, αλλά από πιο μακριά. Η Μπελονίζια προσπάθησε να μου το πάρει από το χέρι μου κι εγώ έκανα πίσω.
« Δώσ’ το μου, Μπιμπιάνα».
«Περίμενε».
Έβαλα το μέταλλο στο στόμα μου ―τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία μου να νιώσω τη γεύση του―, αλλά σχεδόν την ίδια στιγμή το μαχαίρι βγήκε απότομα από το στόμα μου. Τα μάτια μου κοίταξαν αμήχανα, καρφωμένα στα μάτια της Μπελονίζια, που τώρα έβαζε κι αυτή το μέταλλο στο στόμα της. Στη γεύση του μετάλλου που έμεινε στον ουρανίσκο μου προστέθηκε η γεύση του ζεστού αίματος, που έτρεχε από τη γωνία των μισάνοιχτων χειλιών μου και άρχισε να στάζει από το πιγούνι μου. Το αίμα άρχισε να ποτίζει πάλι το γανια- σμένο, γεμάτο σκουρόχρωμους λεκέδες πανί που τύλιγε το μαχαίρι.
Η Μπελονίζια επίσης έβγαλε το μαχαίρι από το στόμα της, αλλά ταυτόχρονα έκανε μια κίνηση με το χέρι της σαν να έπιανε κάτι από μέσα του. Τα χείλη της βάφτηκαν κόκκινα, δεν ήξερα αν ήταν από τη συγκίνηση που είχε νιώσει ακουμπώντας το μέταλλο ή αν, όπως κι εγώ, είχε πληγωθεί, γιατί κι από εκείνην επίσης έτρεχε αίμα. Προσπάθησα να καταπιώ όσο περισσότερο μπορούσα· η αδερφή μου επίσης, με τα μάτια διάπλατα και πλημμυρισμένα δάκρυα, σκούπιζε γρήγορα το στόμα της με το χέρι, προσπαθώντας να αποδιώξει τον πόνο. Άκουσα τα αργά βήματα της γιαγιάς μου που φώναζε Μπι- μπιάνα, Ζεζέ, Ντομίνγκας, Μπελονίζια.
«Μπιμπιάνα, δεν βλέπεις πως άρπαξαν οι πατάτες;»
Μύριζε πράγματι καμένες πατάτες, αλλά επίσης μέταλλο, μύριζε το αίμα που μούσκευε τα ρούχα μου και τα ρούχα της Μπελονίζια. Όταν η Ντονάνα σήκωσε την κουρτίνα που χώριζε το δωμάτιο, στο οποίο κοιμόταν, από την κουζίνα, είχα ήδη πάρει το μαχαίρι από το δάπεδο και το είχα τυλίξει όπως όπως στο ματωμένο πανί, αλλά δεν είχα καταφέρει να ξαναβάλω τη δερμάτινη βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι. Είδα το σκοτεινιασμένο βλέμμα της γιαγιάς μου, ενώ το χέρι της έπεφτε βαρύ στο κεφάλι μου και στο κεφάλι της Μπελονίζια. Άκουσα την Ντονάνα να ρωτάει τι κάναμε εκεί, γιατί η βαλίτσα δεν ήταν στη θέση της και τι ήταν όλο αυτό το αίμα.
«Απαντήστε», φώναξε, απειλώντας να μας ξεριζώσει τη γλώσσα, χωρίς να υποψιάζεται ότι μία από τις εγγονές της την κρατούσε ήδη στο χέρι της.