ΑΝΝ
ΜΠΡΟΝΤΕ

ΑΓΚΝΕΣ ΓΚΡΕΪ

Μετάφραση Μαρία Γιακανίκη

Το πρώτο μυθιστόρημα της Ανν Μπροντέ, της μικρότερης από τις αδερφές Μπροντέ, αφηγείται τις περιπέτειες μιας νεαρής γκουβερνάντας, που έρχεται αντιμέτωπη με την αλαζονεία των εύπορων τάξεων, αλλά και με το ενδεχόμενο να γνωρίσει, χωρίς να το περιμένει, την πραγματική αγάπη.

Αριθμός σελίδων
264
Συγγραφέας
ΑΝΝ
ΜΠΡΟΝΤΕ
ISBN
978-960-521-353-4
Μετάφραση
Μαρία Γιακανίκη
Σχήμα
14
x
21

Η Άγκνες Γκρέι, μια νεαρή, φτωχή και μορφωμένη, γυναίκα στη βικτωριανή επαρχιακή Αγγλία, επιδιώκει να γνωρίσει τον πραγματικό κόσμο και να βιώσει έναν βαθμό οικονομικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής καταξίωσης ασκώντας ένα «ταιριαστό» για το φύλο και την τάξη της επάγγελμα, αυτό της γκουβερνάντας. Σε αυτή της την επιλογή θα βρεθεί αντιμέτωπη με δυσκολίες και προκλήσεις που έχουν να κάνουν με την αλαζονεία και τη ρηχότητα των εύπορων τάξεων, αλλά και με το ενδεχόμενο να γνωρίσει, χωρίς να το περιμένει ή να το επιδιώκει, την πραγματική αγάπη.

Εκατό χρόνια μετά τον θάνατό της, η Ανν Μπροντέ αναγνωρίστηκε ως μια σημαντική αγγλίδα συγγραφέας του 19ου αιώνα και η πιο φεμινίστρια από τις αδελφές Μπροντέ.

Στο μυθιστόρημά της, Άγκνες Γκρέι, που βασίζεται σε προσωπικές της εμπειρίες, εντυπωσιάζει με την αφοπλιστική απλότητα και αμεσότητα της αφήγησής της και ακούγεται απροσδόκητα επίκαιρη χάρη στη ρεαλιστική αποτύπωση διαχρονικών ζητημάτων όπως η ευάλωτη θέση των γυναικών, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και οι ταξικές ανισότητες.

ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

“Το πρώτο βιβλίο ενηλικίωσης της Άνν Μπροντέ, καθρέφτης μιας κοινωνίας και της εκπαιδευτικής της νοοτροπίας”

Ελένη Γκίκα

“Άγκνες Γκρέι” της Anne Brontë: μια υποτιμημένη φωνή με διαχρονική κριτική ματιά

Αναστασία Τσουκαλά

“Μια πρώιμη αποδόμηση των έμφυλων στερεοτύπων στη Βικτωριανή Αγγλία.”

Φανή Χατζή
ΙΟΥΛΙΟΣ
ΒΕΡΝ
ΤΟΜ
ΡΟΜΠΙΝΣ
Original price was: 14,20 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 11,36 €.
ΘΩΜΑΣ
ΜΑΣΤΑΚΟΥΡΗΣ
Original price was: 14,20 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 11,36 €.
JOHN RONALD REUEL
TOLKIEN
Original price was: 18,26 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 14,61 €.
ΜΑΪΚΛ
ΜΟΥΡΚΟΚ
Original price was: 13,70 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 10,96 €.
ΘΩΜΑΣ
ΜΑΣΤΑΚΟΥΡΗΣ
Original price was: 12,00 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 10,80 €.

I

Το πρεσβυτέριο

ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ εμπεριέχουν κάποιο ηθικό δίδαγ-μα· ωστόσο σε μερικές είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αυτόν τον θησαυρό, ενώ όταν το καταφέρνουμε, είναι τόσο μικρός όσο η ξερή και ζαρωμένη ψίχα ενός καρυδιού που δεν άξιζε τον κόπο να σπάσουμε. Αν η δική μου ιστορία είναι μια τέτοια περίπτωση δεν είμαι ικανή να το κρίνω. Κάποιες φορές πιστεύω πως μπορεί να φανεί χρήσιμη σε ορισμένους και διασκεδαστική σε κάποιους άλλους· όμως ο κόσμος μπορεί να κρίνει από μόνος του. Θωρακι- σμένη πίσω από την αφάνειά μου, και με την πάροδο των χρόνων και την επινόηση κάποιων ονομάτων, δεν φοβάμαι να τολμήσω και να εκθέσω με ειλικρίνεια στο κοινό αυτά που δεν θα αποκάλυπτα ούτε στον πιο στενό μου φίλο.

Ο πατέρας μου ήταν ιερέας στη Βόρεια Αγγλία και έχαιρε δικαίως του σεβασμού όλων όσων τον γνώριζαν· στα νεανικά του χρόνια έζησε αρκετά άνετα από τα εισοδήματα που του πρόσφεραν το εκκλησιαστικό πόστο του και μια μικρή ιδιοκτησία που είχε. Η μητέρα μου, που τον παντρεύτηκε ενάντια στις επιθυμίες της οικογένειάς της, ήταν κόρη γαιοκτήμονα και γυναίκα με σθένος. Μάταια της έλεγαν πως, αν γινόταν σύζυγος ενός φτωχού πάστορα, θα έπρεπε να εγκαταλείψει την άμαξα και την καμαριέρα της και όλες τις πολυτέλειες και τις καλαισθησίες του πλούτου, οι οποίες για την ίδια ήταν κάτι λιγότερο από απαραίτητες στη ζωή. Μια άμαξα και μια καμαριέρα ήταν σίγουρα μεγάλες ανέσεις, αλλά, δόξα τω Θεώ, είχε η ίδια πόδια να τη μεταφέρουν και δικά της χέρια να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της. Δεν υπήρχε τίποτα το περιφρονητέο σε ένα κομψό αρχοντικό με εκτενή κτήματα, ωστόσο προτιμούσε να ζει σ’ ένα αγροτόσπιτο με τον Ρίτσαρντ Γκρέι παρά σε ένα παλάτι με οποιονδήποτε άλλον άνδρα στον κόσμο.

Καθώς τα διάφορα επιχειρήματα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, εν τέλει ο πατέρας της είπε στους ερωτευμένους ότι μπορούσαν να παντρευτούν αν ήθελαν· όμως, αν το έκαναν, η θυγατέρα του θα στερούνταν ολόκληρη την περιουσία της. Ανέμενε πως αυτό θα καταλάγιαζε τη ζέση και των δύο, αλλά έκανε λάθος. Ο πατέρας μου γνώριζε πολύ καλά την ανώτερη αξία της μητέρας μου, ούτως ώστε να συνειδητοποιεί πως ήταν μια πολύτιμη περιουσία από μόνη της. Και αν συναινούσε να κοσμήσει την ταπεινή του εστία, θα ήταν ευτυχής να την πάρει για σύζυγό του υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις· ενώ εκείνη, από την πλευρά της, θα προτιμούσε να κοπιάζει με τα χέρια της παρά να αποχωριστεί τον άνδρα που αγαπούσε, στον οποίο θα ήταν ύψιστη χαρά της να προσφέρει την ευτυχία, και που ήταν ήδη ένα μαζί της με όλη του την ψυχή. Ως εκ τούτου, η περιουσία της φούσκωσε το πορτοφόλι μιας πιο συνετής αδελφής της που είχε παντρευτεί έναν βαθύπλουτο Ινδό, και η ίδια, περιβαλλόμενη από τα αισθήματα απορίας και συμπόνιας αυτών που τη γνώριζαν, πήγε να θαφτεί στο λιτό πρεσβυτέριο του χωριού, ανάμεσα στους λόφους του ___. Κι όμως, παρά τις συνθήκες και παρά τη δυναμική προσωπικότητα της μητέρας μου και τις ιδιοτροπίες του πατέρα μου, πιστεύω πως ακόμα και αν ψάχνατε σε ολόκληρη την Αγγλία δεν θα μπορούσατε να βρείτε πιο ευτυχισμένο ζευγάρι.

Από τα έξι παιδιά τους, η αδελφή μου η Μαίρη κι εγώ ήμασταν οι μοναδικές που επιβίωσαν από τους κινδύνους της βρεφικής και της προσχολικής ηλικίας. Εγώ, καθώς ήμουν μικρότερη κατά πέντε ή έξι χρόνια, αντιμετωπιζόμουν πάντα ως το παιδί και ήμουν η χαϊδεμένη της οικογένειας∙ ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή μου, όλοι συνέβαλαν ώστε να με κακομάθουν — όχι από ανόητη επιείκεια που θα με καθιστούσε απείθαρχη και ανεξέλεγκτη, αλλά από ακατά- παυστη στοργή, που με έκανε να νιώθω ανήμπορη και εξαρτημένη, ανίκανη να αντιμετωπίσω τις έγνοιες και τις αναταράξεις της ζωής.

Η Μαίρη κι εγώ μεγαλώσαμε σε απόλυτη απομόνωση. Η μητέ- ρα μου, καθώς είχε άριστη μόρφωση, σφαιρικές γνώσεις και της άρεσε να είναι δραστήρια, επωμίστηκε εξ ολοκλήρου την εκπαίδευσή μας, με εξαίρεση τη διδασκαλία των λατινικών —την οποία ανέλαβε ο πατέρας μου— κι έτσι δεν πήγαμε ποτέ στο σχολείο· και καθώς δεν είχαμε συναναστροφές στη γειτονιά μας, τη μοναδική μας συνδιαλλαγή με τον κόσμο αποτελούσε κάποια επίσημη συνεστίαση κάπου-κάπου με τους πιο σημαντικούς αγρότες και εμπόρους της περιοχής (απλώς και μόνο για να μη μας χαρακτηρίσουν πολύ ψηλομύτες ώστε να κάνουμε παρέα με τους συντοπίτες μας) και μια ετήσια επίσκεψη στους γονείς του πατέρα μας, όπου ο παππούς, η καλόψυχη γιαγιά μας, μια ανύπαντρη θεία και δύο ή τρεις γηραιές κυρίες και κύριοι ήταν τα μοναδικά πρόσωπα που βλέπαμε ποτέ. Κάποιες φορές η μητέρα μάς διασκέδαζε με ιστορίες και ανέκδοτα της νεότητάς της, που, καθώς μας ευχαριστούσαν απίστευτα, συχνά ξυπνούσαν —σ’ εμένα τουλάχιστον— μια ακαθόριστη μυστική επιθυμία να γνωρίσω λίγο παραπάνω τον κόσμο.

Πίστευα πως πρέπει να ήταν πολύ ευτυχισμένη στα νεανικά της χρόνια· αλλά ποτέ δεν φαινόταν να στενοχωριέται για την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Ωστόσο ο πατέρας μου, του οποίου η ιδιοσυγκρασία δεν ήταν ούτε ήρεμη ούτε πρόσχαρη από τη φύση της, συχνά ήταν ανήσυχος υπέρ το δέον, αναλογιζόμενος τις θυσίες που η αγαπημένη του γυναίκα είχε κάνει για εκείνον· και βασάνιζε το μυαλό του με το να επεξεργάζεται αμέτρητα σχέδια με στόχο την αύξηση της μικρής του περιουσίας, για εμάς και τη μητέρα μας. Μάταια η μητέρα μου τον διαβεβαίωνε πως ήταν απόλυτα ευτυχισμένη· και αν μπορούσε να βάζει κάτι στην άκρη για τα παιδιά, θα υπήρχε επάρκεια χρημάτων για όλους και στο παρόν και στους καιρούς που θα έρχονταν· όμως η ικανότητα της αποταμίευσης δεν ήταν ένα από τα προτερήματα του πατέρα μου. Δεν θα έφτανε ποτέ στη χρεοκοπία (τουλάχιστον, η μητέρα μου φρόντιζε να μη συμβεί αυτό), αλλά όταν είχε χρήματα, έπρεπε οπωσδήποτε να τα ξοδέψει. Του άρεσε να είναι άνετο το σπιτικό του, και η σύζυγος και οι θυγατέρες του καλοντυμένες και περιποιημένες. Εξάλλου, ήταν και φιλάνθρωπος και ήθελε να βοηθάει τους φτωχούς ανάλογα με τις δυνατότητές του — ή, όπως κάποιοι μπορεί να πίστευαν, ακόμα και πέρα από αυτές.

Εν τέλει, ένας γενναιόδωρος φίλος τού πρότεινε έναν τρόπο να διπλασιάσει την προσωπική του περιουσία με μία μόνο κίνηση, καθώς και να την αυξήσει από εκεί και πέρα σε υπέρογκο βαθμό. Αυτός ο φίλος ήταν έμπορος, άνδρας επιχειρηματικού πνεύματος και αδιαμφισβήτητων ικανοτήτων, και τρόπον τινά καθηλωμένος όσον αφορά τις εμπορικές του επιδιώξεις, λόγω έλλειψης κεφαλαίου. Πρότεινε ωστόσο γενναιόδωρα να προσφέρει στον πατέρα μου ένα καλό μερίδιο από τα κέρδη του, αρκεί εκείνος να του εμπιστευόταν ό,τι χρήματα μπορούσε να διαθέσει· και πίστεψε ότι μπορούσε να του υποσχεθεί με σιγουριά πως, οποιοδήποτε ποσό επέλεγε να του δώσει ο πατέρας μου, αυτό θα του επέστρεφε κέρδος εκατό τοις εκατό. Έτσι, η μικρή πατρογονική κληρονομιά πουλήθηκε ταχέ- ως και το σύνολο του ποσού εναποτέθηκε στα χέρια του φίλου εμπόρου, ο οποίος έσπευσε να φορτώσει το εμπόρευμά του και να προετοιμαστεί για το ταξίδι του.

Ο πατέρας μου ήταν πανευτυχής, όπως και όλοι μας, με τις φωτεινές μας προοπτικές. Προς το παρόν, η αλήθεια ήταν πως περιοριζόμασταν στο εισόδημα από το πόστο του υπεφημέριου, όμως ο πατέρας μας πίστευε πως δεν ήταν απαραίτητο τα έξοδά μας να περικόπτονται αυστηρά σύμφωνα με αυτό. Έτσι, με έναν ανοιχτό λογαριασμό στου κυρίου Τζάκσον, έναν άλλον στου Σμιθ και έναν τρίτο στου Χόμπσον ζούσαμε ακόμα πιο άνετα από ό,τι πρωτύτερα· μολονότι η μητέρα μου επέμενε πως ήταν καλύτερο να έχουμε κάποια όρια, καθώς οι προοπτικές της ευμάρειας δεν ήταν παρά επισφαλείς· και αν ο πατέρας μου εμπιστευόταν τα πάντα στη δική της διαχείριση, ο ίδιος δεν θα αισθανόταν ποτέ να περιορίζεται. Αλλά εκείνος τούτη τη φορά αποδείχθηκε αδιόρθωτος.

Τι ευδαιμονικές ώρες περάσαμε η Μαίρη κι εγώ ενώ καθόμασταν με τα εργόχειρά μας πλάι στη φωτιά ή περιπλανιόμασταν στους θαμνώδεις λόφους, ή χαζολογούσαμε κάτω από την κλαίουσα ιτιά (το μοναδικό αξιοσημείωτο δέντρο του κήπου), συζητώντας για τη μελλοντική ευτυχία τη δική μας και των γονέων μας, για το τι θα κάναμε, τι θα βλέπαμε, τι θα αποκτούσαμε· με καμία άλλη πιο σταθερή βάση για το θαυμαστό αυτό οικοδόμημα του μυαλού μας πέρα από τα πλούτη που προσδοκούσαμε να συρρεύσουν χάρις στην επιτυχία των υπολογισμών του άξιου εκείνου εμπόρου. Ο πατέρας μας ήταν τόσο ενθουσιώδης όσο κι εμείς, μόνο που προσποιούνταν πως δεν τα έπαιρνε όλα αυτά και τόσο σοβαρά, εκφράζοντας τις φωτεινές ελπίδες και τις αισιόδοξες προσδοκίες του με αστεία και παιγνιώδη σχόλια, που πάντα μου φάνταζαν εξαιρετικά πνευματώδη κι ευχάριστα. Η μητέρα μας γελούσε χαρούμενη, όταν τον έβλεπε τόσο αισιόδοξο και ευτυχισμένο· ωστόσο πάντα φοβόταν πως εκείνος είχε επενδύσει υπερβολικά σε αυτή την προοπτική· και μια φορά την άκουσα να ψιθυρίζει, καθώς έβγαινε από το δωμάτιο: «Ο Θεός να βάλει το χέρι του να μην απογοητευτεί! Γιατί δεν ξέρω αν θα το αντέξει».

Και πράγματι απογοητεύτηκε, και μάλιστα πικρά. Σαν κεραυνός εν αιθρία έπεσε πάνω μας το νέο ότι το σκάφος που μετέφερε την περιουσία μας είχε ναυαγήσει, καταλήγοντας στον πάτο της θάλασσας μαζί με όλο του το φορτίο, μέρος του πληρώματος καθώς και τον άτυχο έμπορο. Ήμουν συντετριμμένη για τον άνθρωπο, αλλά και για την κατάρρευση των κάστρων που είχαμε χτίσει στους αιθέρες. Όμως, χάρις στην προσαρμοστικότητα της νεότητας, γρή- γορα συνήλθα από το χτύπημα.

Αν και τα πλούτη ήταν γοητευτικά, η ένδεια δεν τρόμαζε ένα άπειρο κορίτσι σαν εμένα. Για να πω την αλήθεια, έβρισκα κάτι διεγερτικό στην ιδέα να βρεθεί κανείς σε δεινή οικονομική θέση και να πρέπει να βασιστεί μονάχα στις δικές του δυνάμεις. Μακάρι ο μπαμπάς, η μαμά και η Μαίρη να είχαν την ίδια άποψη μ’ εμένα· και τότε, αντί να θρηνούμε για τις παρελθοντικές συμφορές, να μπορούσαμε όλοι να στρωθούμε πρόσχαρα στη δουλειά για να τις υπερβούμε· και όσο μεγαλύτερες οι δυσκολίες κι όσο σκληρότερες οι τωρινές μας στερήσεις, τόσο μεγαλύτερη να ήταν η προθυμία μας να αντέξουμε τις δεύτερες και τόσο μεγαλύτερη η ενεργητικότητά μας να αντιμετωπίσουμε τις πρώτες.

Η Μαίρη δεν θρηνούσε ακριβώς· πιο πολύ αναμασούσε συνεχώς τις περασμένες ατυχίες τόσο πολύ, που στο τέλος βυθίστηκε σε μια κατάσταση μελαγχολίας από την οποία καμία προσπάθειά μου δεν μπορούσε να την αφυπνίσει. Ήταν αδύνατο να την πείσω να δει το ζήτημα από τη θετική σκοπιά όπως έκανα εγώ· και καθώς φοβόμουν μην κατηγορηθώ για παιδιάστικη επιπολαιότητα ή ανοησία και αναισθησία, κρατούσα τις φωτεινές ιδέες και τις θετικές σκέψεις για τον εαυτό μου, γνωρίζοντας καλά ότι οι δικοί μου δεν μπορούσαν να τις εκτιμήσουν.

Η μητέρα μου σκεφτόταν μονάχα πώς να παρηγορήσει τον πατέρα μου, να πληρώσει τα χρέη μας και να περικόψει τα έξοδά μας με κάθε δυνατό τρόπο· αλλά ο πατέρας μου ήταν βαθιά κλονισμένος από εκείνη την κακοτυχία — η υγεία, η δύναμη και η ψυχική του διάθεση καταποντίστηκαν από το χτύπημα και ποτέ δεν επανήλθαν πλήρως. Μάταια η μητέρα μου πάσχιζε να τον χαροποιήσει, απευθυνόμενη στην πίστη, στο κουράγιο και στην αγάπη του για εκείνη και για εμάς. Αυτή η μεγάλη αγάπη ήταν και το μαρτύριό του· για το δικό μας χατίρι είχε επιθυμήσει τόσο διακαώς να αυξήσει την περιουσία του — για τη δική μας ευημερία είχε περιβάλει με τόση αισιοδοξία τις ελπίδες του, και αυτή η ίδια ήταν που προσέδιδε τέτοια πικρία στην τωρινή θλίψη του.

Πλέον βασανιζόταν από τύψεις που αγνόησε τις συμβουλές της μητέρας μου, οι οποίες τουλάχιστον θα τον είχαν σώσει από το πρόσθετο βάρος των χρεών — κατηγορούσε μάταια τον εαυτό του που την είχε αποσπάσει από την αξιοπρέπεια, τις ανέσεις και την πολυτέλεια της πρότερης κατάστασής της, για να ταλαιπωρείται μαζί του με τις έγνοιες και τα βάσανα της φτώχειας. Ήταν μαρτύριο για εκείνον να βλέπει αυτή την έξοχη, καλλιεργημένη γυναίκα που κάποτε περιβαλλόταν από τόσους θαυμαστές, να έχει μεταμορφωθεί σε δραστήρια νοικοκυρά, με τα χέρια και το μυαλό της διαρκώς απασχολημένα με τις οικιακές εργασίες και την οικι- ακή οικονομία. Η ίδια η προθυμία με την οποία εκτελούσε αυτά τα καθήκοντα, η πρόσχαρη διάθεση με την οποία αντιμετώπιζε τις αντιξοότητες και η καλοσύνη της που την εμπόδιζε να του αποδώσει την παραμικρή ευθύνη, όλα τούτα διαστρέφονταν από αυτόν τον δαιμόνιο βασανιστή του εαυτού του, προκαλώντας περαιτέ- ρω επιδείνωση των μαρτυρίων του. Κι έτσι το μυαλό κατέτρωγε το σώμα και αποδιοργάνωνε το νευρικό σύστημα, και αυτό, εν συνεχεία, αύξησε τις αγωνίες του νου, έτσι που μέσω δράσης και αντίδρασης η υγεία του υπέστη σοβαρή βλάβη· και κανένας μας δεν μπορούσε να τον πείσει πως η κατάστασή μας δεν ήταν ούτε κατά το ήμισυ τόσο ζοφερή ή ανέλπιδη όσο η νοσηρή φαντασία του την παρουσίαζε.

Η πάλαι ποτέ χρήσιμη ελαφριά μας άμαξα πουλήθηκε μαζί με το εύσωμο, καλοθρεμμένο αλογάκι — το αγαπημένο μας από παλιά, για το οποίο είχαμε αποφασίσει πως θα τελείωνε τις μέρες του γαλήνια, μη φεύγοντας ποτέ από κοντά μας· η μικρή αποθήκη για την άμαξα και οι στάβλοι νοικιάστηκαν· ο νεαρός υπηρέτης και η πιο απαραίτητη (και πιο δαπανηρή) από τις δύο καμαριέρες απολύθηκαν. Τα ρούχα μας επιδιορθώθηκαν, μεταποιήθηκαν και μανταρίστηκαν ώστε να είναι στα απώτατα όρια της ευπρέπειας· το φαγητό μας, ανέκαθεν λιτό, τώρα απλοποιήθηκε σε άνευ προηγουμένου βαθμό — με εξαίρεση τα αγαπημένα πιάτα του πατέρα μου. Κάναμε αιματηρές οικονομίες στα κάρβουνα και στα κεριά — μειώνοντας τα δύο κεριά σε ένα, το οποίο χρησιμοποιούσαμε με μέγιστη φειδώ, ενώ τα κάρβουνα στη μισοάδεια εστία ξοδεύονταν με περίσσια προσοχή, ειδικά όταν ο πατέρας μου ήταν εκτός σπιτιού, ασκώντας τα καθήκοντά του ως ιερέας της ενορίας ή ακινητοποιημένος στο κρεβάτι λόγω ασθένειας· τότε καθόμασταν βάζοντας τα πόδια μας στην άκρη της εστίας, πού και πού ξύνοντας τη χόβολη που αργοπέθαινε και προσθέτοντας λιγοστή σκόνη και θραύσματα κάρβουνου, μονάχα για να την κρατήσουμε ζωντανή. Όσο για τα χαλιά μας, με τον καιρό λέπτυναν τόσο από τη φθορά, ώστε τα μπαλώναμε και τα επιδιορθώναμε ακόμα περισσότερο από τα ρούχα μας. Για να γλιτώσουμε τα έξοδα του κηπουρού, η Μαίρη κι εγώ αναλάβαμε τη συντήρηση του κήπου· και το μαγείρεμα και τις δουλειές του νοικοκυριού, που δεν θα μπορούσε εύκολα να τα διαχειριστεί μία μονάχα υπηρέτρια, τα έκαναν η μητέρα και η αδελφή μου, με κάποια περιστασιακή βοήθεια από εμένα — είπα «περιστασιακή» καθώς, αν και, κατά τη δική μου εκτίμηση, ήμουν πια ολόκληρη γυναίκα, στα δικά τους μάτια ήμουν ακόμη παιδί· και στη μητέρα μου όπως και στις περισσότερες ενεργές, δραστήριες γυναίκες, δεν είχαν δοθεί ανάλογες θυγατέρες. Για αυτόν τον λόγο και καθώς ήταν πολύ έξυπνη κι εργατική η ίδια, ποτέ δεν θα εμπιστευόταν τις δουλειές της σε μια αρχάρια· αντιθέτως, ήταν πρόθυμη να σκέφτεται και να πράττει για τους άλλους, όπως έκανε για τον εαυτό της· και οποιαδήποτε κι αν ήταν η εν λόγω εργασία, εκείνη πίστευε πως κανείς δεν θα μπορούσε να τη φέρει εις πέρας τόσο καλά όσο η ίδια. Έτσι, όποτε προσφερόμουν να τη βοηθήσω, λάμβανα μια απάντηση όπως αυτή: «Όχι, αγάπη μου, στ’ αλήθεια δεν μπορείς — δεν υπάρχει κάτι να κάνεις εδώ. Πήγαινε να βοηθήσεις την αδελφή σου ή πηγαίνετε για έναν περίπατο μαζί. Πες της ότι δεν πρέπει να είναι καθισμένη τόσες ώρες και να μένει τόσο πολύ μέσα στο σπίτι — θα αδυνατίσει και θα μαραζώσει».

«Μαίρη, η μαμά λέει να σε βοηθήσω ή να πάμε για έναν περίπατο· λέει πως θα μαραζώσεις αν μένεις συνέχεια μέσα στο σπίτι».

«Δεν μπορείς να με βοηθήσεις σε κάτι, Άγκνες· και δεν μπορώ να έρθω μαζί σου για περίπατο. Έχω πολλά να κάνω».

«Τότε, άσε με να σε βοηθήσω».

«Δεν μπορείς, καλό μου παιδί. Πήγαινε να εξασκηθείς στη μουσική σου ή να παίξεις με την ψιψίνα».

Πάντοτε είχαμε πολύ ράψιμο να κάνουμε· αλλά δεν μου είχαν μάθει πραγματικά να κόβω και να ράβω ρούχα, και εκτός από απλό στρίφωμα και μαντάρισμα, δεν υπήρχαν και πολλά που μπορούσα να κάνω ακόμα και σε αυτό το επίπεδο, καθώς και οι δυο τους επέμεναν πως ήταν πιο εύκολο να κάνουν τη δουλειά μόνες τους παρά να την προετοιμάσουν για λογαριασμό μου. Εξάλλου, προτιμούσαν να με βλέπουν να ασχολούμαι με τα μαθήματά μου ή να περνάω ευχάριστα τον χρόνο μου — θα ερχόταν ο καιρός που θα έσκυβα πάνω από το εργόχειρό μου σαν σοβαρή οικοδέσποινα, όταν το αγαπημένο μου γατάκι θα είχε πια γίνει μια δυσκίνητη γριά γάτα. Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, αν και ήμουν ελάχιστα πιο χρήσιμη από το γατάκι μου, η απραξία μου δεν ήταν ολότελα αδικαιολόγητη.

Μέσα σε όλες τις δοκιμασίες και τις σκοτούρες μας ούτε μια φορά δεν άκουσα τη μητέρα μου να παραπονιέται για την έλλειψη χρημάτων. Καθώς έφτανε το καλοκαίρι, μόνο μια φορά είπε σ’ εμένα και στη Μαίρη:

«Πόσο ωραία θα ήταν να περνούσε ο πατέρας σας μερικές εβδομάδες σε κάποιο παραθαλάσσιο μέρος. Είμαι βέβαιη πως η θαλασσινή αύρα και η αλλαγή σκηνικού θα του έκαναν πολύ καλό. Αλλά, βλέπετε, δεν υπάρχουν χρήματα», πρόσθεσε με έναν αναστεναγμό. Και οι δύο θέλαμε τόσο να μπορούσε αυτή η ιδέα να πραγματοποιηθεί και στενοχωριόμασταν πολύ που φαινόταν ανέφικτο. «Λοιπόν», συνέχισε εκείνη, «δεν έχει νόημα να γκρινιάζουμε. Ίσως μπορούμε να κάνουμε κάτι για να προωθήσουμε τούτο το σχέδιο. Μαίρη, ζωγραφίζεις πολύ καλά. Τι θα έλεγες να φτιάξεις μερικά ακόμα έργα στο καλύτερο ύφος σου, να τα κορνιζάρεις μαζί με τις ακουαρέλες που έχεις ήδη κάνει και να προσπαθήσουμε να τα διαθέσουμε σε κάποιον ανοιχτόμυαλο έμπορο έργων τέχνης, που θα είχε την ικανότητα να διακρίνει τα προτερήματά τους;»

«Μαμά, χαίρομαι πολύ που πιστεύεις ότι θα μπορούσαν να πουληθούν — και μάλιστα για κάτι που ν’ αξίζει τον κόπο».

«Αξίζει να προσπαθήσουμε, καλή μου. Εσύ προμήθευσέ μου τα έργα και εγώ θα επιχειρήσω να βρω αγοραστή».

«Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να κάνω κάτι», είπα.

«Εσύ, Άγκνες! Λοιπόν, ποιος ξέρει; Κι εσύ ζωγραφίζεις αρκετά καλά. Αν επιλέξεις κάποιο εύκολο θέμα, νομίζω πως είσαι ικανή να φτιάξεις κάτι που θα είμαστε περήφανοι να εκθέσουμε».

«Όμως εγώ έχω κάποιο άλλο σχέδιο στο μυαλό μου, μαμά, εδώ και πολύ καιρό, μόνο που δεν ήθελα να σας το πω».

«Αλήθεια; Μα πες μας τι είναι».

«Θα ήθελα να γίνω γκουβερνάντα».

Η μητέρα μου αναφώνησε με έκπληξη και μετά γέλασε. Η αδελφή μου άφησε το εργόχειρό της κατάπληκτη και είπε:

«Εσύ, Άγκνες, γκουβερνάντα! Μα πώς σου ήρθε;»

«Μα δεν βρίσκω κάτι το τόσο φοβερό σε αυτό. Δεν λέω πως είμαι άξια να εκπαιδεύσω μεγαλύτερα κορίτσια, όμως σίγουρα θα μπορούσα να διδάξω μικρότερα — και θα μου άρεσε τόσο, αγαπώ πολύ τα παιδιά. Ω μαμά, άφησέ με να προσπαθήσω!»

«Μα, αγάπη μου, ακόμη δεν έχεις μάθει να φροντίζεις τον εαυτό σου· και απαιτείται περισσότερη ευθυκρισία και εμπειρία για να διαχειριστείς μικρά παιδιά από ό,τι μεγαλύτερα».

«Μα, μαμά, έχω κλείσει τα δεκαοκτώ και είμαι αρκετά ικανή να φροντίσω τον εαυτό μου καθώς και τους άλλους. Δεν γνωρίζεις τη σύνεση και τη σοφία που έχω, γιατί δεν έχω ποτέ δοκιμαστεί».

«Αναλογίσου μόνο», είπε η Μαίρη, «τι θα έκανες σε ένα σπίτι γεμάτο ξένους, δίχως εμένα ή τη μαμά για να μιλήσουμε ή να δρά- σουμε για λογαριασμό σου — με ένα τσούρμο παιδιά, εκτός από τον εαυτό σου, για να φροντίσεις, και κανέναν για να ζητήσεις συμβουλές; Δεν θα ήξερες ούτε τι ρούχα πρέπει να βάλεις».

«Νομίζετε πως επειδή κάνω πάντα ό,τι μου λέτε, δεν έχω δική μου κρίση. Αφήστε με μονάχα να προσπαθήσω, αυτό είναι όλο που ζητώ, και θα δείτε τι μπορώ να κάνω».

Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο πατέρας μου και πληροφορήθηκε το θέμα της συζήτησης.

«Πώς! Η μικρή μου Άγκνες γκουβερνάντα!» φώναξε και, παρά τη μελαγχολία του, γέλασε με την ιδέα.

«Ναι, μπαμπά, και μην πεις τίποτα ενάντια στην ιδέα μου. Θέλω τόσο πολύ να την κάνω πράξη και είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω μια χαρά».

«Μα, γλυκιά μου, δεν μπορούμε να σε χάσουμε», είπε, και ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό του καθώς πρόσθεσε: «Όχι, όχι, όσο δυστυχείς και να είμαστε, σίγουρα δεν έχουμε ακόμη φτάσει σε αυτό το σημείο!»

«Μα όχι, φυσικά!» είπε η μητέρα μου. «Δεν υπάρχει αναγκαιότητα για μια τέτοια κίνηση, είναι απλώς ένα καπρίτσιο της. Γι’ αυτό πρέπει να σωπάσεις, άτακτο κορίτσι· γιατί, αν και εσύ φαίνεσαι έτοιμη να μας αφήσεις, γνωρίζεις πολύ καλά ότι εμείς δεν μπορού- με να σε αποχωριστούμε».

Την υπόλοιπη ημέρα παρέμεινα σιωπηλή επί του θέματος, κα- θώς και για πολλές από τις μέρες που ακολούθησαν — ωστόσο δεν εγκατέλειψα ολοκληρωτικά το αγαπημένο μου σχέδιο. Η Μαίρη απέκτησε τα υλικά για τη ζωγραφική της και άρχισε να δουλεύει με σταθερό ρυθμό. Απέκτησα κι εγώ τα δικά μου· αλλά ενόσω σχεδίαζα, σκεφτόμουν άλλα πράγματα.

Πόσο υπέροχο θα ήταν να είμαι γκουβερνάντα! Να βγω έξω στον κόσμο· να αποκτήσω μια νέα ζωή· να πράττω για τον εαυτό μου· να ασκήσω τις αναξιοποίητες ικανότητές μου· να δοκιμάσω τις άγνωστές μου δυνάμεις· να κερδίζω τα έξοδά μου και κάτι πα- ραπάνω, ώστε να ενισχύσω οικονομικά τον πατέρα, τη μητέρα και την αδελφή μου, εκτός από το να τους απαλλάξω από τα βασικά έξοδά μου της διατροφής και της ένδυσης· να δείξω στον μπαμπά τι μπορούσε να καταφέρει η μικρή του Άγκνες· να πείσω τη μαμά και τη Μαίρη πως δεν ήμουν διόλου το ανυπεράσπιστο, απερίσκεπτο πλάσμα που νόμιζαν. Και πόσο γοητευτικό θα ήταν να μου εμπιστευθούν τη φροντίδα και την εκπαίδευση μικρών παιδιών! Ό,τι και να έλεγαν οι άλλοι, εγώ ένιωθα πως ήμουν απόλυτα ικανή για το εγχείρημα: η ξεκάθαρη μνήμη των δικών μου σκέψεων και συναισθημάτων στην πρώιμη παιδική μου ηλικία θα αποτελούσε πιο σίγουρο οδηγό από ό,τι οι οδηγίες του πιο ώριμου συμβούλου. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να μπω στη θέση των μαθητών μου όταν ήμουν στη δική τους ηλικία και θα ήξερα αμέσως πώς να κερδίσω την εμπιστοσύνη και την εύνοιά τους· πώς να αφυπνίσω τη συνείδηση εκείνου που έκανε λάθος· πώς να ενθαρρύνω τον συνεσταλμένο και να παρηγορήσω τον πληγωμένο· πώς να καταστήσω εφαρμόσιμη την Αρετή, επιθυμητή την Εκπαίδευση και κατανοητή και αρεστή τη Θρησκεία.

Τι υπέροχο καθήκον!
Να διδάξω στους νεότερους πώς να μεγαλώσουν!
Να εκπαιδεύσω τα τρυφερά βλαστάρια και να δω τα μπουμπούκια τους να ανοίγουν μέρα με τη μέρα!
8

Παρακινημένη από τόσο πολλά κίνητρα, ήμουν αποφασισμένη να επιμείνω· αν και ο φόβος να δυσαρεστήσω τη μητέρα μου ή να στενοχωρήσω τον πατέρα μου με εμπόδιζε για αρκετές ημέρες να ανακινήσω το θέμα. Εν τέλει, το ανέφερα ξανά στη μητέρα μου και με κάποια δυσκολία την κατάφερα να υποσχεθεί πως θα προ- σπαθούσε να με βοηθήσει. Στη συνέχεια, απέκτησα τη διστακτική συναίνεση του πατέρα μου και τότε, αν και η Μαίρη ακόμη αναστέ- ναζε αποδοκιμαστικά, η αγαπημένη, καλόψυχη μητέρα μου άρχισε να αναζητά κάποια θέση για λογαριασμό μου. Έγραψε στους συγ- γενείς του πατέρα μου και εξέτασε τις αγγελίες στην εφημερίδα — με τους δικούς της συγγενείς είχε διακόψει από καιρό κάθε επι- κοινωνία∙ το μόνο που είχε απομείνει από τότε που παντρεύτηκε, ήταν μια τυπική ανταλλαγή περιστασιακών επιστολών και σίγουρα δεν επρόκειτο να τους απευθυνθεί για ένα ζήτημα τέτοιας φύσεως.

Ήταν όμως τόσο μακρά και ολοκληρωτική η απομόνωση των γονέων μου από τον κόσμο, ώστε κύλησαν πολλές εβδομάδες έως ότου προκύψει μια κατάλληλη για μένα θέση. Τελικά, προς μεγάλη μου χαρά, κανονίστηκε να αναλάβω τα μικρά παιδιά μιας κυρίας Μπλούμφιλντ, την οποία η καλοσυνάτη και αξιοσέβαστη θεία μου Γκρέι είχε γνωρίσει στη νεότητά της και διατεινόταν πως επρόκειτο για πολύ καλή κυρία. Ο σύζυγός της ήταν ένας έμπορος που είχε πλέον αποσυρθεί, αφού δημιούργησε μια αξιόλογη περιουσία, αλλά δεν γινόταν να τον πείσουμε να προσφέρει μισθό μεγαλύτε- ρο των είκοσι πέντε λιρών στη δασκάλα των παιδιών του. Εγώ ωστόσο, με χαρά, προτίμησα να δεχτώ παρά να απορρίψω τη θέση — κάτι που οι γονείς μου πίστευαν πως ήταν η καλύτερη επιλογή.

Έπρεπε όμως να αφιερώσω μερικές ακόμα εβδομάδες στην προετοιμασία μου. Πόσο μακρές και κουραστικές μου φάνηκαν εκείνες οι εβδομάδες! Ωστόσο, κατά κύριο λόγο, ήταν ευχάριστες, γεμάτες φωτεινές ελπίδες και διακαείς προσδοκίες. Με τι ιδιαίτερη ευχαρίστηση βοήθησα στο φτιάξιμο των καινούργιων μου ρούχων και, μετά, στο πακετάρισμα των αποσκευών μου! Αν και με αυτή την τελευταία ασχολία είχε αναμειχθεί ένα αίσθημα πικρίας· και όταν ολοκληρώθηκε —όταν όλα ήταν έτοιμα για την αναχώρησή μου την επομένη και πλησίαζε η τελευταία μου νύχτα στο σπίτι— μια αιφνίδια αγωνία έμοιαζε να γιγαντώνεται στην καρδιά μου. Οι αγαπημένοι μου φαίνονταν τόσο λυπημένοι και μου μιλούσαν τόσο καλοσυνάτα, που με κόπο συγκρατούσα τα δάκρυά μου· ωστό- σο, υποκρινόμουν πως ήμουν χαρούμενη. Έκανα την τελευταία μου περιπλάνηση με τη Μαίρη στον χερσότοπο, τον τελευταίο μου περίπατο στον κήπο και γύρω από το σπίτι· τάισα μαζί της τα κατοικίδια περιστέρια μας για στερνή φορά — τα όμορφα εκείνα πλάσματα που είχαμε εξημερώσει και τους είχαμε μάθει να τρώνε από το χέρι μας· τα αποχαιρέτησα όλα τους, χαϊδεύοντας τις απαλές ράχες τους, καθώς μαζεύτηκαν στην ποδιά μου, ενώ φίλησα τα δικά μου αγαπημένα περιστέρια, το ζεύγος με τις χιονόλευκες πλουμιστές ουρές. Έπαιξα την τελευταία μελωδία στο παλιό μου πιάνο και τραγούδησα το τελευταίο τραγούδι στον μπαμπά· όχι το τελευταίο πραγματικά, ήλπιζα, αλλά το τελευταίο για εκείνο το χρονικό διάστημα που σ’ εμένα φαινόταν πολύ μεγάλο· και ίσως όταν θα έκανα πάλι αυτά τα ίδια πράγματα να είχα διαφορετικά συναισθήματα. Οι συνθήκες ίσως να άλλαζαν και τούτο το σπίτι να μην ήταν η μόνιμη κατοικία μου ποτέ ξανά.

Η αγαπημένη μου μικρή φίλη, η ψιψίνα, σίγουρα θα ήταν δια- φορετική — ήδη μεγάλωνε και γινόταν μια όμορφη γάτα· και όταν θα επέστρεφα, ακόμα και για μια σύντομη επίσκεψη τα Χριστούγεννα, πιθανόν να είχε πια λησμονήσει και τη φίλη της και τα χα- ρούμενα παιχνίδια μας.

Έπαιξα μαζί της για τελευταία φορά και, όταν χάιδεψα το απαλό, λαμπερό της τρίχωμα ενόσω αποκοιμιόταν γουργουρίζοντας στην ποδιά μου, με κατέκλυσε ένα συναίσθημα θλίψης που δεν μπορούσα εύκολα να αποκρύψω. Αργότερα, την ώρα του ύπνου, όταν αποσύρθηκα με τη Μαίρη στη μικρή μας ήσυχη κάμαρα, όπου ήδη τα συρτάρια μου είχαν αδειάσει και ο χώρος μου στη βιβλιοθήκη ήταν κενός, και όπου, εφεξής, εκείνη θα κοιμόταν ολομόναχη μέσα σε θλιβερή μοναξιά —όπως το διατύπωσε— η καρδιά μου βούλιαξε περισσότερο από ποτέ· ένιωθα πως είχα φανεί εγωίστρια που επέμεινα να την εγκαταλείψω, και όταν γονάτισα για μια ακόμα φορά πλάι στο μικρό μας κρεβάτι, προσευχήθηκα με περισσότερη θέρμη από ποτέ να ευλογήσει ο Θεός εκείνη και τους γονείς μου. Για να μη δείξω τα συναισθήματά μου, έκρυψα το πρόσωπο στα χέρια μου που σύντομα βράχηκαν από δάκρυα. Καθώς σηκωνόμουν, αντιλήφθηκα πως κι εκείνη είχε κλάψει· αλλά καμία από τις δυο μας δεν μίλησε. Και ξαπλώσαμε να αναπαυτούμε μες στη σιωπή, κοντά η μια στην άλλη, γνωρίζοντας ότι θα αποχωριζόμασταν πολύ σύντομα.

Εντούτοις, το πρωινό έφερε μια ανανέωση ελπίδων και διάθεσης. Θα αναχωρούσα πολύ νωρίς, έτσι ώστε το μεταφορικό μου μέσο (ένα μόνιππο που μας νοίκιασε ο κύριος Σμιθ, ο υφασματέμπορας, παντοπώλης και διακινητής τσαγιού του χωριού) να μπορέσει να επιστρέψει αυθημερόν. Σηκώθηκα, πλύθηκα, ντύθηκα, πήρα ένα βιαστικό πρωινό, αγκάλιασα στοργικά τη μητέρα, τον πατέρα και την αδελφή μου, φίλησα την ψιψίνα —σκανδαλίζοντας τη Σάλι, την υπηρέτρια, με την οποία αντάλλαξα χειραψία— ανέβηκα στο μόνιππο, κατέβασα το βέλο μου και τότε, και μόνο τότε, ξέσπασα σε κλάματα.

Η άμαξα ξεκίνησε — κοίταξα πίσω: η αγαπημένη μου μητέρα και η αδελφή μου ακόμη στέκονταν στην πόρτα, κοιτάζοντάς με από μακριά και γνέφοντάς μου αντίο. Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό τους και προσευχήθηκα για εκείνες μέσα από την καρδιά μου. Καθώς αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τον λόφο, δεν μπορούσα πια να τις δω.

«Είν’ πολύ κρύο το πρωινό για την αφεντιά σου, δεσποινίς Άγκνες», σχολίασε ο κύριος Σμιθ. «Και πολύ σκοταδερό. Μα θα σ’ αφήσω κει που πας πριν να ’ρθει η πολλή βροχή».

«Ναι, το ελπίζω», αποκρίθηκα όσο ήρεμα μπορούσα. «Κι εψές ήρθε μες στη νυχτιά».
«Ναι».
«Μα τούτος ο κρύος άνεμος θε να την κρατήσ’ μακριά». «Πιθανόν».

Σε αυτό το σημείο έληξε η συνομιλία μας. Διασχίσαμε την κοιλάδα και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τον απέναντι λόφο. Καθώς ανεβαίναμε αργά και κοπιαστικά, κοίταξα πίσω άλλη μια φορά: ιδού ο οβελίσκος του χωριού και το παλιό γκριζωπό πρεσβυτέριο πίσω του, με μια λοξή ηλιαχτίδα να πέφτει επάνω του — δεν ήταν παρά μια ασθενική αχτίδα αλλά, καθώς το χωριό και οι λόφοι που το περιέβαλλαν βρίσκονταν όλοι μες σε ζοφερή σκιά, χαιρέτισα εκείνη την περιπλανώμενη αχτίδα ως έναν ευνοϊκό οιωνό για το σπίτι μου. Σμίγοντας τα χέρια μου, παρακάλεσα με θέρμη για μια θεϊκή ευλογία πάνω στους κατοίκους του και ύστερα έστρεψα αλλού το πρόσωπό μου βιαστικά, καθώς διέκρινα πως η ηλιαχτίδα απομακρυνόταν· και στη συνέχεια απέφυγα προσεκτικά να ξανακοιτάξω, μήπως και έβλεπα το σπίτι μου μες στη μαύρη σκοτεινιά όπως και το υπόλοιπο τοπίο.

8. Από το ποίημα «The Seasons», του σκοτσέζου ποιητή Τζέιμς Τόμσον (1700-1748). (Σ.τ.Μ.)