Twenty-two snapshots from the summer holiday of six-year-old Sophia and her grandmother on a small island in Finland, by Tove Jansson, the beloved creator of the Moomins.
Tove Jansson was born in 1914 in Helsinki and belonged to the Swedish-speaking minority of Finland. Her father was a sculptor and her mother a graphic designer and illustrator.
She spent her winters in the family’s art-filled studio and her summers in a fisherman’s cabin in the Pellinki archipelago, a place that would later feature prominently in her literary work for both children and adults.
Jansson was passionate about books from an early age, and her first illustration was published when she was fifteen. Four years later, she released an illustrated book under a pseudonym.
She studied at art schools in both Stockholm and Paris before returning to Helsinki, where she gained artistic recognition during the 1940s and 1950s. From 1929 to 1953, she created humorous illustrations and political cartoons for the Finnish-Swedish left-wing anti-fascist magazine Garm.
It was in this magazine that her most famous creation, Moomintroll, first appeared—a character resembling a hippopotamus. Jansson continued to develop the stories of Moomintroll, the Moomin family, and their unusual friends in both comics and a series of children’s books that have been translated worldwide, inspiring films, multiple television series, an opera, and even theme parks in Finland and Japan.
She also wrote eleven novels and short-story collections for adults. In 1994, she was awarded the Swedish Academy Prize. Tove Jansson died in 2001.
In The Summer Book, the beloved Finnish writer and illustrator Tove Jansson distills the very essence of summer — sunlight and storms alike — into twenty-two crystalline vignettes. This short novel tells the story of Sophia, a six-year-old girl, and her grandmother as they spend the summer together on a tiny, unspoiled island in the Gulf of Finland.
The grandmother is wise and thoughtful, though somewhat irascible, while Sophia is spontaneous and mercurial. Together they wander along the shores and through the forests, build boats out of bark, create a miniature Venice, write an imaginative study of local insects, and engage in long conversations about matters that concern both children and adults alike: life, death, the nature of God, and love. In The Summer Book, Jansson creates an entire world filled with the joys and sorrows of life.
Tove Jansson, whose Moomin books and comics brought her international acclaim, spent much of her life on an island much like the one she describes in The Summer Book — a work of close observation, rich with the sounds, images, and sensations of the natural world in summer.
Το πρωινό μπάνιο
ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΖΕΣΤΟ ΠΡΩΙΝΟ του Ιούλη και είχε βρέξει τη νύχτα. Το γυμνό βουνό άχνιζε, αλλά τα βρύα και οι σχισμές είχαν πνιγεί στην υγρασία και όλα τα χρώματα είχαν βαθύνει. Κάτω από τη βεράντα, η βλάστηση που ήταν ακόμα τυλιγμένη στην πρωινή σκιά είχε γίνει τροπικό δάσος, πυκνά μοχθηρά φύλλα και λουλούδια που έπρεπε να προσέχει να μη σπάσει. Έψαχνε με το χέρι μπροστά στο στόμα και με φόβο μήπως χάσει την ισορροπία της.
«Τι κάνεις;» ρώτησε η μικρή Σοφία.
«Τίποτα», απάντησε η γιαγιά της. «Δηλαδή», πρόσθεσε εκνευρισμένη, «ψάχνω τη μασέλα μου».
Το παιδί κατέβηκε από τη βεράντα και ρώτησε: «Πού την έχασες;»
«Εδώ», είπε η γιαγιά. «Στεκόμουν ακριβώς εκεί και έπεσε κάπου ανάμεσα στις παιώνιες».
Έψαξαν μαζί.
«Θα το κάνω εγώ», είπε η Σοφία. «Με το ζόρι στέκεσαι στα πόδια σου. Φύγε». Χώθηκε κάτω από την ανθισμένη σκεπή του κήπου και σύρθηκε ανάμεσα στους πράσινους κορμούς και μίσχους· ήταν όμορφα και απαγορευμένα εκεί κάτω, στο μαύρο μαλακό χώμα. Και είδε τα δόντια, ροδόλευκα, μία ολόκληρη βούκα από γέρικα δόντια, «Τα βρήκα!» φώναξε το παιδί και σηκώθηκε όρθιο. «Φόρεσέ τα». «Δεν πρέπει να κοιτάς», είπε η γιαγιά. «Αυτό είναι προσωπικό».
Η Σοφία κράτησε τη μασέλα πίσω από την πλάτη της.
«Θέλω να δω», είπε. Τότε η γιαγιά φόρεσε τη χαλαρή μασέλα, όλα πήγαν καλά και τελικά δεν ήταν κάτι σπουδαίο.
«Πότε θα πεθάνεις;» ρώτησε η εγγονή.
Η γιαγιά απάντησε: «Σύντομα. Αλλά δεν είναι δουλειά σου».
«Γιατί;» ρώτησε η εγγονή.
Η γιαγιά δεν απάντησε, κατέβηκε από τον βράχο και προχώρησε προς τη ρεματιά.
«Αυτό απαγορεύεται!» φώναξε η Σοφία.
Η γιαγιά απάντησε περιφρονητικά: «Το ξέρω. Ούτε εγώ ούτε εσύ πρέπει να πάμε στη ρεματιά, τώρα όμως θα το κά- νουμε, γιατί ο πατέρας σου κοιμάται και δεν το ξέρει».
Προχώρησαν στα βράχια, τα βρύα γλιστρούσαν, ο ήλιος είχε προλάβει να ανέβει αρκετά και τώρα όλα άχνιζαν, όλο το νησί ήταν λουσμένο στον ήλιο και στην ομίχλη, και ήταν όμορφα.
«Θα σκάψουν λάκκο;» ρώτησε το παιδί χαρούμενα.
«Ναι», απάντησε εκείνη. « Έναν μεγάλο λάκκο». Και πρόσθεσε πονηρά: «Τόσο μεγάλο, που χωράμε όλοι μας».
«Γιατί;» ρώτησε το παιδί.
Συνέχισαν να προχωρούν προς το ακρωτήρι.
«Ποτέ δεν έφτασα τόσο μακριά», είπε η Σοφία. «Εσύ;» «Ούτε εγώ», απάντησε η γιαγιά.
Έφτασαν στο ακρωτήρι, όπου ο βράχος βυθιζόταν σε όλο και πιο σκουρόχρωμα επίπεδα. Κάθε κατηφορικό βήμα προς το απόλυτο σκοτάδι είχε δαντελωτό τελείωμα από ανοιχτοπράσινα φύκια, που ξεδιπλώνονταν μπρος και πίσω με την κίνηση του νερού.
«Θέλω να κολυμπήσω», είπε η Σοφία, χωρίς να δεχτεί την αντίσταση που περίμενε. Ξεντύθηκε αργά, νευρικά. Δύσκολαεμπιστεύεσαιόποιονεπιτρέπειταπάντα. Έβαλε τα πόδια της στο νερό και είπε: «Είναι παγωμένο».
«Φυσικά είναι παγωμένο», απάντησε η γιαγιά, ενώ οι σκέψεις της έτρεχαν αλλού. «Τι περίμενες;»
Το παιδί μπήκε μέχρι τη μέση και περίμενε με αγωνία. «Κολύμπα», είπε η γιαγιά. «Μπορείς να κολυμπήσεις».
Είναι βαθιά, σκέφτηκε η Σοφία. Η γιαγιά ξέχασε ότι δεν έχω κολυμπήσει ποτέ στα βαθιά χωρίς να είναι κάποιος μαζί μου. Βγήκε, κάθισε στον βράχο και είπε: «Θα έχει καλό καιρό σήμερα».
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλότερα. Όλο το νησί έλαμπε, το ίδιο και η θάλασσα. Ο αέρας ήταν ανάλαφρος.
«Ξέρω να κάνω βουτιές», είπε η Σοφία. «Ξέρεις πώς είναι να βουτάς;»
Η γιαγιά απάντησε: «Ξέρω. Τα ξεχνάς όλα και απλώς βουτάς. Νιώθεις τα φύκια στα πόδια σου, είναι καφετιά, το νερό είναι διάφανο, φωτεινότερο στην επιφάνεια, έχει φυσαλίδες. Γλιστράς. Κρατάς την αναπνοή σου και γλιστράς, μετά γυρίζεις και ανεβαίνεις προς τα πάνω, βγαίνεις και ανα- πνέεις. Μετά επιπλέεις. Απλώς επιπλέεις».
«Και όλη την ώρα έχεις τα μάτια σου ανοιχτά», είπε η Σοφία.
«Φυσικά. Κανείς δεν βουτάει με κλειστά μάτια».
«Πιστεύεις ότι ξέρω να κάνω βουτιές, χωρίς να σου δείξω;» ρώτησε το παιδί.
«Ναι, ναι», απάντησε η γιαγιά. «Τώρα όμως ντύσου, για να προλάβουμε να φτάσουμε στο σπίτι πριν ξυπνήσει ο πατέρας σου».
Ένιωσε την κούραση να έρχεται. Όταν πάμε στο σπίτι, σκέφτηκε η γιαγιά, νομίζω πως θα κοιμηθώ για λίγο. Α, να θυμηθώ να του πω ότι αυτό το παιδί ακόμη φοβάται στα βαθιά.