ΤΟΥΒΕ
ΓΙΑΝΣΟΝ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Μετάφραση Αγγελική Νάτση

Eίκοσι δύο στιγμιότυπα από τις καλοκαιρινές διακοπές της εξάχρονης Σοφίας και της γιαγιάς της σε ένα μικρό νησί της Φινλανδίας, από την πολυαγαπημένη συγγραφέα των Μούμιν, Τούβε Γιάνσον.

Αριθμός σελίδων
176
Συγγραφέας
ΤΟΥΒΕ
ΓΙΑΝΣΟΝ
ISBN
978-960-521-351-0
Μετάφραση
Αγγελική Νάτση
Σχήμα
12.7
x
20.5

Στο Βιβλίο του καλοκαιριού η πολυαγαπημένη φινλανδή συγγραφέας και εικονογράφος Τούβε Γιάνσον παίρνει το απόσταγμα του καλοκαιριού, δηλαδή το φως του ήλιου μαζί και τις καταιγίδες, και το τοποθετεί σε είκοσι δύο κρυστάλλινες βινιέτες. Αυτό το σύντομο μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία της Σοφίας, ενός εξάχρονου κοριτσιού, και της γιαγιάς της, ενόσω περνούν μαζί το καλοκαίρι σε ένα μικρό παρθένο νησί στον Κόλπο της Φινλανδίας.

Η γιαγιά είναι σοφή και συνετή, αλλά και λίγο δύστροπη, ενώ η Σοφία είναι αυθόρμητη και ευμετάβλητη. Κάνουν βόλτες σε ακτές και δάση παρέα οι δυο τους, φτιάχνουν βάρκες από φλοιούς δέντρων, δημιουργούν μια μικρογραφία της Βενετίας, γράφουν μια ευφάνταστη μελέτη για τα τοπικά έντομα και κάνουν μεγάλες συζητήσεις για θέματα που έχουν σημασία τόσο για μικρούς όσο και για μεγάλους: τη ζωή, τον θάνατο, τη φύση του Θεού και της αγάπης. Στο Βιβλίο του καλοκαιριού η Γιάνσον δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, γεμάτο ποικίλες χαρές και λύπες της ζωής.

Η Τούβε Γιάνσον, της οποίας το κόμιξ και τα βιβλία του κόσμου των Μούμιν της έφεραν διεθνή αναγνώριση, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε ένα νησί σαν αυτό που περιγράφει στο Βιβλίο του καλοκαιριού, ένα βιβλίο στενής παρατήρησης των ήχων, των εικόνων και των αισθήσεων εν μέσω της καλοκαιρινής φύσης.

ΤΖΟΡΤΖ
ΜΑΚΝΤΟΝΑΛΝΤ
Original price was: 16,23 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 12,98 €.
ΤΕΪΛΟΡ
ΤΖΕΝΚΙΝΣ ΡΙΝΤ
18,00 
ΚΛΑΡΚ ΑΣΤΟΝ
ΣΜΙΘ
Original price was: 13,06 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 10,45 €.
JOHN RONALD REUEL
TOLKIEN
Original price was: 19,70 €.Η τρέχουσα τιμή είναι: 15,76 €.
ΟΥΡΣΟΥΛΑ Κ.
ΛΕ ΓΚΕΝ
16,90 
ΜΙΚ
ΧΕΡΟΝ
19,92 

Το πρωινό μπάνιο

ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΖΕΣΤΟ ΠΡΩΙΝΟ του Ιούλη και είχε βρέξει τη νύχτα. Το γυμνό βουνό άχνιζε, αλλά τα βρύα και οι σχισμές είχαν πνιγεί στην υγρασία και όλα τα χρώματα είχαν βαθύνει. Κάτω από τη βεράντα, η βλάστηση που ήταν ακόμα τυλιγμένη στην πρωινή σκιά είχε γίνει τροπικό δάσος, πυκνά μοχθηρά φύλλα και λουλούδια που έπρεπε να προσέχει να μη σπάσει. Έψαχνε με το χέρι μπροστά στο στόμα και με φόβο μήπως χάσει την ισορροπία της.

«Τι κάνεις;» ρώτησε η μικρή Σοφία.

«Τίποτα», απάντησε η γιαγιά της. «Δηλαδή», πρόσθεσε εκνευρισμένη, «ψάχνω τη μασέλα μου».

Το παιδί κατέβηκε από τη βεράντα και ρώτησε: «Πού την έχασες;»

«Εδώ», είπε η γιαγιά. «Στεκόμουν ακριβώς εκεί και έπεσε κάπου ανάμεσα στις παιώνιες».

Έψαξαν μαζί.

«Θα το κάνω εγώ», είπε η Σοφία. «Με το ζόρι στέκεσαι στα πόδια σου. Φύγε». Χώθηκε κάτω από την ανθισμένη σκεπή του κήπου και σύρθηκε ανάμεσα στους πράσινους κορμούς και μίσχους· ήταν όμορφα και απαγορευμένα εκεί κάτω, στο μαύρο μαλακό χώμα. Και είδε τα δόντια, ροδόλευκα, μία ολόκληρη βούκα από γέρικα δόντια, «Τα βρήκα!» φώναξε το παιδί και σηκώθηκε όρθιο. «Φόρεσέ τα». «Δεν πρέπει να κοιτάς», είπε η γιαγιά. «Αυτό είναι προσωπικό».
Η Σοφία κράτησε τη μασέλα πίσω από την πλάτη της.

«Θέλω να δω», είπε. Τότε η γιαγιά φόρεσε τη χαλαρή μασέλα, όλα πήγαν καλά και τελικά δεν ήταν κάτι σπουδαίο.

«Πότε θα πεθάνεις;» ρώτησε η εγγονή.

Η γιαγιά απάντησε: «Σύντομα. Αλλά δεν είναι δουλειά σου».

«Γιατί;» ρώτησε η εγγονή.

Η γιαγιά δεν απάντησε, κατέβηκε από τον βράχο και προχώρησε προς τη ρεματιά.

«Αυτό απαγορεύεται!» φώναξε η Σοφία.

Η γιαγιά απάντησε περιφρονητικά: «Το ξέρω. Ούτε εγώ ούτε εσύ πρέπει να πάμε στη ρεματιά, τώρα όμως θα το κά- νουμε, γιατί ο πατέρας σου κοιμάται και δεν το ξέρει».

Προχώρησαν στα βράχια, τα βρύα γλιστρούσαν, ο ήλιος είχε προλάβει να ανέβει αρκετά και τώρα όλα άχνιζαν, όλο το νησί ήταν λουσμένο στον ήλιο και στην ομίχλη, και ήταν όμορφα.

«Θα σκάψουν λάκκο;» ρώτησε το παιδί χαρούμενα.

«Ναι», απάντησε εκείνη. « Έναν μεγάλο λάκκο». Και πρόσθεσε πονηρά: «Τόσο μεγάλο, που χωράμε όλοι μας».

«Γιατί;» ρώτησε το παιδί.
Συνέχισαν να προχωρούν προς το ακρωτήρι.
«Ποτέ δεν έφτασα τόσο μακριά», είπε η Σοφία. «Εσύ;» «Ούτε εγώ», απάντησε η γιαγιά.
Έφτασαν στο ακρωτήρι, όπου ο βράχος βυθιζόταν σε όλο και πιο σκουρόχρωμα επίπεδα. Κάθε κατηφορικό βήμα προς το απόλυτο σκοτάδι είχε δαντελωτό τελείωμα από ανοιχτοπράσινα φύκια, που ξεδιπλώνονταν μπρος και πίσω με την κίνηση του νερού.

«Θέλω να κολυμπήσω», είπε η Σοφία, χωρίς να δεχτεί την αντίσταση που περίμενε. Ξεντύθηκε αργά, νευρικά. Δύσκολαεμπιστεύεσαιόποιονεπιτρέπειταπάντα. Έβαλε τα πόδια της στο νερό και είπε: «Είναι παγωμένο».

«Φυσικά είναι παγωμένο», απάντησε η γιαγιά, ενώ οι σκέψεις της έτρεχαν αλλού. «Τι περίμενες;»

Το παιδί μπήκε μέχρι τη μέση και περίμενε με αγωνία. «Κολύμπα», είπε η γιαγιά. «Μπορείς να κολυμπήσεις».

Είναι βαθιά, σκέφτηκε η Σοφία. Η γιαγιά ξέχασε ότι δεν έχω κολυμπήσει ποτέ στα βαθιά χωρίς να είναι κάποιος μαζί μου. Βγήκε, κάθισε στον βράχο και είπε: «Θα έχει καλό καιρό σήμερα».

Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλότερα. Όλο το νησί έλαμπε, το ίδιο και η θάλασσα. Ο αέρας ήταν ανάλαφρος.

«Ξέρω να κάνω βουτιές», είπε η Σοφία. «Ξέρεις πώς είναι να βουτάς;»

Η γιαγιά απάντησε: «Ξέρω. Τα ξεχνάς όλα και απλώς βουτάς. Νιώθεις τα φύκια στα πόδια σου, είναι καφετιά, το νερό είναι διάφανο, φωτεινότερο στην επιφάνεια, έχει φυσαλίδες. Γλιστράς. Κρατάς την αναπνοή σου και γλιστράς, μετά γυρίζεις και ανεβαίνεις προς τα πάνω, βγαίνεις και ανα- πνέεις. Μετά επιπλέεις. Απλώς επιπλέεις».

«Και όλη την ώρα έχεις τα μάτια σου ανοιχτά», είπε η Σοφία.

«Φυσικά. Κανείς δεν βουτάει με κλειστά μάτια».

«Πιστεύεις ότι ξέρω να κάνω βουτιές, χωρίς να σου δείξω;» ρώτησε το παιδί.

«Ναι, ναι», απάντησε η γιαγιά. «Τώρα όμως ντύσου, για να προλάβουμε να φτάσουμε στο σπίτι πριν ξυπνήσει ο πατέρας σου».

Ένιωσε την κούραση να έρχεται. Όταν πάμε στο σπίτι, σκέφτηκε η γιαγιά, νομίζω πως θα κοιμηθώ για λίγο. Α, να θυμηθώ να του πω ότι αυτό το παιδί ακόμη φοβάται στα βαθιά.