Ο Μέγας Θεός Παν, το κορυφαίο διήγημα του Άρθουρ Μάχεν, έκανε ιδιαίτερη αίσθηση όταν πρωτοδημοσιεύτηκε, στη βικτωριανή Αγγλία του 1890.
Οι κριτικοί διχάστηκαν.Οι πολέμιοί του το χαρακτήρισαν αδιάφορο, ισχυριζόμενοι ότι δεν τους προκάλεσε την παραμικρή ανατριχίλα ή φόβο, ενώ οι υποστηρικτές του θεώρησαν ότι η ιστορία ήταν τόσο τρομακτική, που δεν θα έπρεπε να είχε γραφτεί.
Ο Άρθουρ Λιούελιν Τζόουνς – Μάχεν (1863-1947) γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη της κομητείας Λάντρισαντ της Ουαλίας όπου βίωσε την αποκρυφιστική ομορφιά του τοπίου, τους θρύλους και τις παραδόσεις, στοιχεία που διαμόρφωσαν το ρομαντικό χαρακτήρα του και σημάδεψαν το μετέπειτα έργο του.
Μετά το 1880 και για μια μεγάλη περίοδο της ζωής του έζησε στο Λονδίνο εργαζόμενος σε διάφορες δουλειές (δάσκαλος, μεταφραστής, ηθοποιός, δημοσιογράφος κ.ά.)
Η δύσκολη καθημερινότητά του τον εμπόδισε στο ν’ αναπτύξει το λογοτεχνικό του όνειρο. Τα λίγα όμως σχετικά έργα που μας άφησε, αποδεικνύουν ότι υπήρξε ένας ξεχωριστός και κομψός δεξιοτέχνης του φανταστικού.
Γι’ αυτό η επίδρασή του στη λογοτεχνία του Φανταστικού του 20ού αιώνα είναι μεγάλη. Στις εκδόσεις μας κυκλοφορούν τα βιβλία «Ο μέγας θεός Παν», «Η νουβέλα της Μαύρης Σφραγίδας» και «Ο Τρόμος».
Στην εποχή μας, ο Στίβεν Κινγκ, ο αριστοτέχνης της μυθοπλασίας τρόμου, το χαρακτήρισε ως την κορυφαία ιστορία τρόμου που έχει γραφτεί στην αγγλική γλώσσα.
Ο τόμος περιέχει ένα αντιπροσωπευτικό απάνθισμα και από άλλες ιστορίες τρόμου του Άρθουρ Μάχεν, όπως το “Οι Τοξότες”, που γέννησε τον περίφημο θρύλο των αγγέλων της Μονς κατά τη διάρκεια της ομώνυμης μάχης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ή τη “Λαμπερή Πυραμίδα”, ένα από τα αγαπημένα διηγήματα φανταστικού του Χ.Λ. Μπόρχες.