To τρίτο βιβλίο της δημοφιλούς και πολυβραβευμένης σειράς κατασκοπευτικής λογοτεχνίας που προβάλλεται με μεγάλη επιτυχία στη μικρή οθόνη με πρωταγωνιστή τον Γκάρι Όλντμαν στον ρόλο του Τζάκσον Λαμπ.
Ο Μικ Χέρον (Mick Herron, 1963-) είναι βραβευμένος βρετανός συγγραφέας. Μεγάλωσε στο Νιουκάστλ άπον Τάιν και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στην Οξφόρδη, όπου ζει. Αφού έγραψε μερικά χρόνια ποίηση, στράφηκε στη μυθοπλασία. Το πρώτο του μυθιστόρημα εκδόθηκε το 2003.
Την ίδια περίοδο έγραψε μια σειρά από διηγήματα, πολλά από τα οποία δημοσιεύτηκαν στο Ellery Queen’s Mystery Magazine.
Το 2008 ο Χέρον άρχισε να γράφει την κατασκοπευτική σειρά της Οικίας Σλάου, με πρωταγωνιστές πράκτορες της MI5 που έχουν τοποθετηθεί σε θέσεις – ψυγείο λόγω σημαντικών υπηρεσιακών λαθών ή ελαττωμάτων τους. Το πρώτο μυθιστόρημα της σειράς, Κουτσά άλογα, εκδόθηκε το 2010. Μερικά χρόνια αργότερα χαρακτηρίστηκε από την Daily Telegraph ως ένα από τα «είκοσι καλύτερα κατασκοπευτικά μυθιστορήματα όλων των εποχών».
Τα οκτώ μυθιστορήματα της σειράς έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες κι έχουν διακριθεί, μεταξύ άλλων, με τα πολύ σημαντικά βραβεία Steel Dagger και Gold Dagger της βρετανικής Cime Writers’ Association, ενώ έχουν μεταφερθεί και με μεγάλη επιτυχία στη μικρή οθόνη, με τον ηθοποιό Γκάρι Όλντμαν στο ρόλο του Τζάκσον Λαμπ, αρχηγού των «κουτσών αλόγων».
H Oικία Σλάου είναι η υπηρεσία-ψυγείο της βρετανικής MI5, εκεί όπου παραγκωνίζονται όλοι οι ανεπιθύμητοι κατάσκοποι, τα «κουτσά άλογα». Η Κάθριν Στάντις, ένα κουτσάλογο κι αυτή, με μακρά προϋπηρεσία στα κεντρικά της MI5, αντιλαμβάνεται πλέον εύκολα τις προδοσίες και τις πισώπλατες μαχαιριές. Από παλιά ξέρει τον Τζάκσον Λαμπ, τον επικεφαλής των Κουτσών Αλόγων, ενώ εξίσου πολύ καλά ξέρει πως οι παλιές αμαρτίες είναι πάντα οι χειρότερες γιατί σε ακολουθούν ό,τι και να κάνεις.
Και, τέλος, ξέρει ότι οι κατάσκοποι, ακόμη κι αν πρόκειται για πρώην αλκοολικούς με κατεστραμμένη καριέρα, δεν συναντούν ποτέ τυχαία κάποιον στον δρόμο τους. Αυτό, όμως, που δεν ξέρει είναι το γιατί έπεσε θύμα απαγωγής. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όποιος την κρατά όμηρο, δεν έχει προσωπικά μαζί της. Το γεγονός πρέπει να έχει σχέση με την Οικία Σλάου και πιθανότατα με τον Τζάκσον Λαμπ. Και μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε για τον Λαμπ, αλλά ο ίδιος δεν θα αφήσει ποτέ ένα «κουτσάλογο» στην τύχη του.
«Αν διαβάσεις ένα κατασκοπευτικό μυθιστόρημα φέτος, διάβασε το Real Tigers.»
«Έξυπνο και αστείο.»
«Ένα απολαυστικό, ξέφρενο ανάγνωσμα.»
1
OΠΩΣ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ, ξεκίνησε από ένστολους.
Ένα πρωινό μες στη βδομάδα, στις παρυφές του Σίτι∙ υγρασία, σκοτάδι, ομίχλη, ούτε πέντε η ώρα. Στους κοντινούς ουρανοξύστες, με κάποιους να ξεπερνούν τους είκοσι ορόφους, διάσπαρτα παράθυρα ήταν φωτισμένα, δημιουργώντας τυχαία σχέδια στα πλέγματα από γυαλί και ατσάλι, και κάποια από τα φώτα σήμαιναν ότι οι πολύ πρωινοί χρηματιστές βρίσκονταν στα γραφεία τους για να προλάβουν τις αγορές, όμως τα περισσότερα φανέρωναν ότι είχαν πιάσει δουλειά οι άλλοι εργαζόμενοι στο Σίτι, εκείνοι που φορούσαν φόρμες εργασίας και τα καθήκοντά τους πριν ξημερώσει περιλάμβαναν τη χρήση ηλεκτρικής σκούπας, το γυάλισμα και το άδειασμα των σκουπιδιών από τα καλάθια. Ο Πολ Λόουελ συμπονούσε τους δεύτερους. Ή καθάριζες τις βρομιές των άλλων ή όχι – το ταξικό σύστημα στην πιο ξεκάθαρη μορφή του.
Χαμήλωσε το βλέμμα και κοίταξε τον δρόμο. Τα δεκαοχτώ μέτρα ήταν κάμποση απόσταση, όταν την έβλεπες κάθετα. Όταν κάθισε στις φτέρνες, ένιωσε τους αντίστοιχους μυς να συμπιέζονται και το φτηνιάρικο ύφασμα να τεντώνεται δυσάρεστα στους μηρούς του. Η στολή του παραήταν μικρή. Ο Λόουελ είχε υποθέσει ότι ήταν αρκετά ελαστική ώστε να μη συνιστά πρόβλημα, όμως εκείνη τη στιγμή ένιωθε να τον περιορίζει, χωρίς να του προσδίδει ούτε ίχνος από τη δύναμη που ενδεχομένως είχε φανταστεί ότι διέθετε.
Εκτός κι αν απλώς είχε βάλει κιλά.
Ο Λόουελ βρισκόταν σε μια πλατφόρμα, αν και μάλλον δεν ήταν αυτός ο σωστός αρχιτεκτονικός όρος, πάνω από μια αψίδα μέσα από την οποία περνούσε το Τείχος του Λονδίνου, η δίοδος διπλής κατεύθυνσης μεταξύ Σεντ Μάρτινς λε Γκραντ και Μούργκεϊτ. Από πάνω του βρισκόταν άλλος ένας ουρανοξύστης, τμήμα ενός ζεύγους κτιρίων που σχημάτιζαν γωνία μεταξύ τους και στέγαζαν μία από τις κορυφαίες επενδυτικές τράπεζες του κόσμου, όπως και μία από τις διασημότερες αλυσίδες πίτσας. Σε απόσταση εκατό μέ- τρων, σε ένα χορταριασμένο λοφάκι δίπλα στον δρόμο στον οποίο είχε δανείσει το όνομά του, βρισκόταν ένα κομμάτι του ρωμαϊκού τείχους που κάποτε περιέκλειε το Σίτι, παραμένοντας στη θέση του αιώνες αφότου οι χτίστες του παρέδωσαν πνεύμα.
Ένα σύμβολο, σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή ο Λόουελ.
Κάποια πράγματα άντεχαν, επιβίωναν από τις αλλαγές στις νοοτροπίες, και άξιζε να αγωνίζεσαι για να διατηρείς ό,τι απέμενε από αυτά. Γι’ αυτό βρισκόταν εκεί, με δυο λόγια.
Αφού αφαίρεσε το σακίδιο ανασηκώνοντας τους ώμους, το άφησε ανάμεσα στο γόνατα, άνοιξε το φερμουάρ κι έβγαλε το περιεχόμενο. Σε μία ώρα περίπου, η κίνηση θα πύκνωνε, κατευθυνόμενη στο Σίτι ή σε μέρη ανατολικά, με ένα ποσοστό να περνάει από την αψίδα όπου ήταν κουρνιασμένος, και όλα εκείνα τα αυτοκίνητα, τα ταξί, τα λεωφορεία και τα ποδήλατα δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να γίνουν μάρτυρες. Για να ακολουθήσει το αναπόφευκτο: τηλεοπτικά συνεργεία και κάμερες, που θα μετέφεραν το μήνυμά του σε όλο το έθνος.
Το μόνο που ήθελε ήταν να ακουστεί η φωνή του. Έπειτα από χρόνια που του αρνούνταν τα δικαιώματά του, ήταν έτοιμος να αγωνιστεί και, όπως άλλοι πριν από αυτόν, είχε επιλέξει έναν ιδιαίτερο τρόπο για να το κάνει. Έτσι γεννιούνται οι παραδόσεις. Δεν είχε πιστέψει στιγμή πως οτιδήποτε κατάφερνε σήμερα θα άλλαζε σημαντικά τα πράγματα, όμως άλλοι που βρίσκονταν στην κατάστασή του θα έβλεπαν, και θα μάθαιναν, και ίσως δρούσαν. Κάποια μέρα θα ερχόταν και η αλλαγή.
Υπήρξε κίνηση, κι όταν γύρισε, είδε μια φιγούρα να ανεβαίνει στην άλλη άκρη της πλατφόρμας, έχοντας σκαρφαλώσει στο κτίριο από τον δρόμο, όπως είχε κάνει ο Λόουελ δέκα λεπτά πριν. Χρειάστηκε κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου για να την αναγνωρίσει, όμως, μόλις το έκανε, ένιωσε ένα κύμα ενθουσιασμού, λες και ήταν ξανά δώδεκα χρόνων. Αφού αυτό ήθελε να δει κάθε δωδεκάχρονο, σκέφτηκε, παρατηρώντας τον νεοφερμένο να πλησιάζει. Αυτό ήταν το όνειρο των αγοριών.
Ψηλός, με φαρδιές πλάτες και αποφασιστικό βήμα, ο Μπάτμαν προχωρούσε προς το μέρος του μέσα από τις υγρές κορδέλες της ομίχλης.
«Έι!» φώναξε ο Λόουελ. «Ωραίος!»
Χαμήλωσε το βλέμμα στη δική του στολή. Ο Σπάιντερμαν μάλλον δεν ήταν ηλικιακά ταιριαστός, όχι ότι θα σχολίαζε κανείς το στιλ: Στόχος ήταν η εμφάνιση στα βραδινά δελτία ειδήσεων, και οι στολές υπερηρώων οπωσδήποτε τραβούσαν το ενδιαφέρον των μίντια. Το κόλπο είχε πιάσει στο παρελθόν και θα ’πιανε ξανά. Οπότε, αυτός ήταν ο εκπληκτικός Σπάιντερμαν και ο σύντροφος που θα συναντούσε για πρώτη φορά τώρα, με τον οποίο είχαν συνεννοηθεί τα πάντα ανώνυμα μέσω μιας υπηρεσίας μηνυμάτων, ήταν ο Μπάτμαν, και οι δυο τους θα αποτελούσαν ένα δυναμικό ντουέτο μόνο για ένα πρωινό και θα έβαζαν φωτιά στις ειδησεογραφικές εκπομπές για την υπόλοιπη βδομάδα. Για να σηκωθεί, ο Λόουελ στήριξε το ένα χέρι στο ρολό από καραβόπανο που είχε βγάλει από το σακίδιο, και έτεινε το άλλο, καθώς και αυτό ήταν κομ- μάτι ενός πανάρχαιου αφηγήματος: Οι άνθρωποι συναντιόνταν και χαιρετιόνταν, και συνδέονταν για έναν κοινό σκοπό.
Αγνοώντας το προτεταμένο χέρι του Σπάιντερμαν, ο Μπάτμαν τού έριξε μια γροθιά στο πρόσωπο.
Ο Λόουελ έπεσε προς τα πίσω, με τον κόσμο να βγαίνει εκτός ελέγχου: τα φωτισμένα παράθυρα των γραφείων να στροβιλίζο- νται σαν αστέρια, και όλο τον αέρα να εγκαταλείπει το σώμα του, καθώς έπεσε με δύναμη στα τούβλα. Όμως το μυαλό του είχε ήδη βάλει ταχύτητα, οπότε κύλησε στο πλάι, μακριά από το χείλος, καθώς το πόδι του Μπάτμαν κατέβηκε με φόρα, αποφεύγοντας στο τσακ να πετύχει τον αγκώνα του. Έπρεπε να σταθεί στα πόδια του, αφού κανείς δεν κατάφερε ποτέ να επικρατήσει σε καβγά από πρηνή θέση, και για τα επόμενα δύο δευτερόλεπτα επικεντρώθηκε σε αυτό αντί να αναρωτηθεί γιατί ο Μπάτμαν τον πλάκωνε στο ξύλο, και η εστίασή του παραλίγο να αποφέρει καρπούς αφού κατάφερε να ανασηκωθεί στα γόνατα, πριν δεχτεί την επόμενη γροθιά στο κεφάλι. Αίμα πότισε τη μάσκα Σπάιντερμαν που φορούσε ο Λόουελ. Δοκίμασε να μιλήσει. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άμορφο γουργουρητό.
Κι έπειτα βρέθηκε να σέρνεται προς το χείλος της πλατφόρμας.
Ούρλιαξε, καθώς ήταν φανερό το τι θα επακολουθούσε. Ο Μπάτμαν τον έσερνε από τους ώμους και δεν μπορούσε να ξεφύγει – τα χέρια του φάνταζαν φτιαγμένα από ατσάλι. Τίναξε τα πόδια και πέτυχε το ρολό από καραβόπανο, που άρχισε να ξετυλίγεται κυλώντας προς το χείλος. Σήκωσε απότομα το χέρι στοχεύοντας στον καβάλο του Μπάτμαν, όμως πέτυχε τον γυμνασμένο μηρό του. Αμέσως μετά βρέθηκε να κρέμεται στο κενό, ενώ το μόνο που τον συγκρατούσε ήταν η λαβή του μασκοφόρου με την κάπα.
Για μερικές στιγμές βρέθηκαν σχεδόν αγκαλιασμένοι, με τον Μπάτμαν άκαμπτα όρθιο και τον Σπάιντερμαν κρεμασμένο, σαν να πόζαραν για εικονογράφηση εξωφύλλου.
«Έλεος!» ψιθύρισε ο Σπάιντερμαν.
Ο Μπάτμαν τον άφησε.
Το ρολό από καραβόπανο έπεσε στον δρόμο πριν από τον Πολ Λόουελ, όμως δεν ήταν πια ρολό, έχοντας ξετυλιχτεί στην άσφαλ- το, με αποτέλεσμα να γίνει μια λωρίδα χαλί αντί για πανό, όπως το προόριζε ο Σπάιντερμαν. Με γράμματα ύψους τριάντα εκατοστών, η ζωγραφισμένη στο χέρι πολεμική ιαχή –«Ισότιμη μεταχείριση των μπαμπάδων!»– θόλωσε, καθώς το υγρό έδαφος μούσκεψε το υλικό, μαζί με αρκετή ποσότητα από το αίμα του Λόουελ· ωστόσο, παρέμεινε μια εικόνα ικανοποιητικά ειδησεογραφική, και θα εμφανιζόταν σε πολλές τηλεοπτικές εκπομπές μέχρι το τέλος της μέρας.
Πάντως, ο Πολ Λόουελ δεν είδε τίποτε από όλα αυτά.
Όσο για τον Μπάτμαν, έσπευσε αμέσως να εξαφανιστεί.