Μουσικές από τη Χαβάη, σλάιντ κιθάρες, σκίτσα, μεταμεσονύχτια καμπαρέ, περιηγήσεις στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, στην Αίγυπτο και στην Τουρκία – αυτή ήταν η ζωή του Κώστα Μπέζου (1905-1943), σκιτσογράφου και μουσικού, που αποτυπώνεται για πρώτη φορά σε αυτή την έκδοση, εμπλουτισμένη με πρωτογενές υλικό έρευνας, καθώς και cd με τις σημαντικότερες ηχογραφήσεις του.
Ο Δημήτρης Κούρτης γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι κοινωνιολόγος. Έχει συνεργαστεί με πολιτιστικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς φορείς στην υλοποίηση διαθεματικών καλλιτεχνικών παραγωγών, ταινιών ντοκιμαντέρ, εκπαιδευτικών εργαστηρίων και δράσεων με επίκεντρο την αρχειακή έρευνα, την αφήγηση ιστοριών και την ενδυνάμωση κοινοτήτων.
Ο χιονιάς μάς είχε τσούξει για καλά τα πρόσωπα, και τα χέρια μας, κατακόκκινα σαν λουκάνικα από την παγωνιά, είχαν τεθεί εις αχρηστίαν. Είχαμε βγει και οι τέσσερις, όλοι φίλοι καλοί, στο κατάστρωμα για να θαυμάσουμε τον δαιμονισμένο πόλεμο των στοιχείων που είχαν βαλθεί να ξεκάνουν με κάθε τρόπο το βαποράκι μας. Τα συρματόσχοινα των καταρτιών ετόνιζαν περίεργες μουσικές συνθέσεις επάνω σε μοτίβα εντελώς εξωτικά, που ερχόντουσαν άγρια και επιβλητικά από μακριά στο σκοτάδι και έπαιρναν το ραφινάρισμά τους στο σκίσιμο που τους έκαναν τα σύρματα. Ταξιδεύαμε για την Ιτέα.
Ιανουάριος 1932
Στα χαβανέζικα χονολουλού σημαίνει «προστατευμένος κόλπος». O Κώστας Μπέζος (1905-1943), σκιτσογράφος και μουσικός, επεδίωκε να πραγματοποιήσει μέσα σε ονειρεμένους τεχνητούς παραδείσους όσα αληθινά ταξίδια δεν είχε προφτάσει να κάνει. Τι ήταν, όμως, η Χονολουλού γι’ αυτόν; Ένας όρμος της φαντασίας του ή ένα μέρος που δεν κατάφερε να πάει;
Μουσικές από τη Χαβάη, εξωτικές κιθάρες, σκίτσα, μεταμεσονύχτια καμπαρέ, περιηγήσεις στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, στην Αίγυπτο και στην Τουρκία μπλέκονται σε ένα ενιαίο αφήγημα αποτυπώνοντας το πορτρέτο μιας εποχής και πλάθοντας μια διαφορετική εξιστόρηση από αυτήν που έχει καταγράψει η επίσημη ιστορία για την Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Παράλληλα, τα βιωματικά κείμενα του Μπέζου μας μεταφέρουν την αγωνία ενός ανθρώπου να κατανοήσει την εποχή του και τον εαυτό του μέσα από νυχτερινές περιπλανήσεις και ταξίδια. Η προσπάθειά του να καθιερώσει στον ελληνικό χώρο τις χαβάγιες, ένα υβριδικό είδος μουσικής με επιρροές από τη Χαβάη, είναι κάτι που τελικά θα τον φέρει σε υπαρξιακή σύγκρουση με την άλλη του ιδιότητα, αυτήν ενός καταξιωμένου σκιτσογράφου, πριν τελικά καταρρεύσει μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής.
Η έκδοση περιέχει και cd με σπάνιες ηχογραφήσεις του Κώστα Μπέζου κάποιες από τις οποίες επανακυκλοφορούν για πρώτη φορά μετά την πρώτη τους ηχογράφηση τη δεκαετία του 1930.
Δημήτρης Κούρτης: «Ο Μεσοπόλεμος του Κώστα Μπέζου και η Χονολουλού ως τεχνητός παράδεισος είναι μια ιστορία που αντανακλά και στο σήμερα»
Εισαγωγή
Τη δεκαετία του ’80 μια δυνατή καταιγίδα πλημμύρισε μια μονοκατοικία στην οδό Διδύμου, πάροδο της Αχαρνών, στην Αθήνα. Πίνακες ζωγραφικής, σκίτσα, παρτιτούρες μουσικής, κιθάρες και πολλές οικογενειακές φωτογραφίες, που βρίσκονταν στο υπόγειο, καταστράφηκαν ολοσχερώς. Τα τελευταία ενθυμήματα του Κώστα Μπέζου, ενός πολύ γνωστού σκιτσογράφου και διάσημου μουσικού των περασμένων δεκαετιών, χάθηκαν για πάντα. Κάποιες φωτογραφίες θα διασωθούν από μια συγγενή, αλλά θα ξεχαστούν και αυτές για αρκετό καιρό. Τα επόμενα χρόνια οι φήμες και οι εικασίες για την ταυτότητα και τη ζωή αυτού του πολύπλευρου καλλιτέχνη είναι αρκετά αντιφατικές. Οι περισσότεροι τον ξέρουν ως ρεμπέτη με το όνομα Κωστής, άλλοι γνωρίζουν ότι ο Κώστας Μπέζος υπήρξε μουσικός του ελαφρού τραγουδιού, και κάποιοι, ακούγοντας το όνομα Κώστας Μπέζος, μνημονεύουν έναν από τους πιο σημαντικούς γελοιογράφους της δεκαετίας του ’30. Λίγοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Τον Φεβρουάριο του 2015, έχοντας ξεκινήσει την έρευνά μου για την κυκλοφορία1 στην Αμερική μιας συλλογής με τα ρεμπέτικα του Μπέζου, οι εναπομείναντες συγγενείς του –ο τραγουδοποιός Θάνος Καλλίρης και η αδερφή του Κατερίνα– θα μου εμπιστευτούν ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο παλιές φωτογραφίες. Μόλις το ανοίξω, θα ξεπροβάλει μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου η πρώτη ασπρόμαυρη εικόνα. Είναι κάποιοι άγνωστοι σε εμένα τότε κιθαρίστες. Ανάμεσά τους, ο Μπέζος με κοιτά χαμογελαστός.
Τα περισσότερα στοιχεία για την οικογένεια του Κώστα Μπέζου προέρχονται από το οικογενειακό του αρχείο και τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του. Έτσι γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο ίδιος γεννήθηκε το 1905 στην Κόρινθο και ότι ο πατέρας του, Βλάσιος Μπέζος,2 είχε γεννηθεί στο χωριό Μπολάτι Κορινθίας, όπου διατηρούσε και ένα σπίτι για τις καλοκαιρινές περιόδους. Αρκετές ακόμα λεπτομέρειες για την οικογένεια και το Μπολάτι αντλούμε και από το βιβλίο τοπικής ιστορίας του Γιώργου Τιγκαράκη,3 ο οποίος είχε καταγωγή από το ίδιο χωριό και ήταν φίλος του Κώστα. Αν κάποιος διαβάσει κείμενα και ακούσει τραγούδια του Κώστα Μπέζου ή περιηγηθεί σε σκίτσα και φωτογραφίες του, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί την επιρροή που άσκησε πάνω του ο πατέρας του. Ο Βλάσιος Μπέζος υπήρξε μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία του χωριού. Θεωρούνταν εξαιρετικά μορφωμένος, άριστος καλλιγράφος, προοδευτικός, κομψός στην εμφάνιση, με ευρωπαϊκά ρούχα, άνθρωπος με χιούμορ και ροπή στις αφηγήσεις, στα αστεία και τα ανέκδοτα. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι μετακόμισε από το Μπολάτι στην Κόρινθο με τη γυναίκα του Φωτεινή. Εκεί, όπως γνωρίζουμε από διασωθέντα αρχεία, ο Κώστας πήγε στο δημοτικό σχολείο και τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο. Τα καλοκαίρια του, όμως, τα περνούσε στο χωριό, όπου σε νεανική ηλικία συμμετείχε στον Ερασιτεχνικό Όμιλο Μπολατίου, ο οποίος, ανάμεσα σε άλλες δραστηριότητες, ανέβαζε θεατρικές παραστάσεις τις καλοκαιρινές περιόδους. Τη σκηνογραφική επιμέλεια σε κάποιες από αυτές τις παραστάσεις την είχε αναλάβει ο ίδιος ο Μπέζος μαζί με τον Γιώργο Τιγκαράκη. Κάποιες φορές συμμετείχε στον θίασο και ως ηθοποιός, όπως βλέπουμε σε μια φωτογραφία που υποδύεται τον Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ άλλες φορές έπαιζε στις παραστάσεις ως μουσικός, όπως παρατηρούμε σε μία άλλη φωτογραφία που απεικονίζεται με βιολί ανάμεσα σε ηθοποιούς του ερασιτεχνικού θιάσου. Επομένως –λαμβάνοντας υπόψη και το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται στο βιβλίο–, αντιλαμβανόμαστε ότι τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής του είναι ήδη πολύ δραστήριος μουσικά, ενώ η ενασχόλησή του με τη σκηνογραφία και το θέατρο δείχνει μια ροπή προς τις τέχνες και προοιωνίζεται τη μετέπειτα απόφασή του να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.
Στο αρχείο της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών ανακαλύπτουμε ότι στις αρχές του 1925 ο Μπέζος πραγματοποιεί δοκιμαστική εγγραφή για την παρακολούθηση ενός μαθήματος, ίσως για να καταλάβει αν του ταιριάζει μια τέτοια κατεύθυνση. Πολύ σύντομα, όμως, παρουσιάζεται στον στρατό και μέχρι το καλοκαίρι του 1926 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία, όπως παρατηρούμε σε μία από τις φωτογραφίες του οικογενειακού του αρχείου, στην οποία είναι ντυμένος με στρατιωτική στολή σε κάποιο καφενείο της Κορινθίας. Το παρατσούκλι ο Φαντάρος θα του κολλήσει για πολλά χρόνια, αλλά μόνο στη μικρή κοινωνία του Μπολατίου.
Τον Σεπτέμβριο του 1926 επανέρχεται στην Αθήνα και εγγράφεται κανονικά ως φοιτητής στην Καλών Τεχνών στο ακαδημαϊκό έτος 1926-1927, ολοκληρώνοντας, τελικά, τον πρώτο κύκλο σπουδών διάρκειας τριών χρόνων και έχοντας ως συμφοιτητές άλλους μετέπειτα σημαντικούς Έλληνες γελοιογράφους: τον Παύλο Παυλίδη, τον Σταμάτη Πολενάκη και τον σκιτσογράφο και αργότερα εκδότη Ευάγγελο Τερζόπουλο. Απέκτησε το πρώτο πτυχίο της σχο- λής τον Ιούνιο του 1929, χωρίς ωστόσο να συνεχίσει τον δεύτερο κύκλο σπουδών, διάρκειας τεσσάρων ακόμα χρόνων, ο οποίος θα του έδινε και τύποις τον ακαδημαϊκό τίτλο του ζωγράφου. Κάτι τέτοιο, όμως, μάλλον δεν αποτέλεσε προτεραιότητά του. Το πρώτο του σπίτι –πριν πάει αργότερα σε αυτό της οδού Διδύμου– ήταν κοντά στην Ομόνοια, στην οδό Ακομινάτου 14. Ως φοιτητής στην Αθήνα, ρίχνεται με ενθουσιασμό στη ζωή της πόλης, ζωγραφίζει, παίζει κιθάρα σε ταβέρνες, επισκέπτεται φιλολογικά στέκια και ξενυχτάει σε νυχτερινά κέντρα. Η Αθήνα εκείνη την εποχή είναι μια πόλη που, με εξαίρεση τα καφέ αμάν και τις ταβέρνες, ακολουθεί τους ρυθμούς της Ευρώπης όσον αφορά τη βραδινή διασκέδαση. Στα μουσικοχορευτικά κέντρα παίζουν ξένες ορχήστρες μουσική τζαζ ή ταγκό και στα καμπαρέ εργάζονται χορεύτριες από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι εφημερίδες της εποχής δημοσιεύουν πολύ συχνά άρθρα και αφιερώματα για την συναρπαστική μεταμεσο- νύχτια ζωή της πόλης, 4 ενώ η χρήση κοκαΐνης αναφέρεται συχνά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, μέσα από γλαφυρές περιγραφές επισκέψεων των ρεπόρτερ στα νυχτερινά κέντρα και τα καμπαρέ. 5 Ο Μπέζος, εκτός από τα νυχτερινά μαγαζιά, συχνάζει και στο θρυλικό «Μπάγκειον»6 μαζί με λογοτέχνες και ζωγράφους, γεγονός που, άλλωστε, αποτυπώνεται και στους στίχους του ομώ-νυμου ποιήματος του Ορέστη Λάσκου7 «Μπάγκειον». Ο Λάσκος, ο οποίος ήταν θαμώνας αυτού του καλλιτεχνικού υπογείου της Ομόνοιας, μας μεταφέρει με το ποίημά του σε μια αρκετά σκοτεινή και μελαγχολική συνθήκη, πολύ χαρακτηριστική της απαισιοδοξίας και της απογοήτευσης, που συνόδευαν μεγάλο μέρος των Ελλήνων λογοτεχνών εκείνης της δεκαετίας. Μεταξύ άλλων παράξενων θαμώνων του «Μπαγκείου», γράφει για τον Μπέζο και τον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία:
Ο Μπέζος, ο ήρεμος κι ωχρός, κι άλλοι δυο τρεις ζωγράφοι, μες στο καρνέ τους μολυβιές τραβούν μηχανικώς.
Κι ο Ανθίας ο αιθερομανής ποιητής σε μια γωνία, με μάτια κόκκινα, θολά, μονολογεί ηλιθίως.
Το ποίημα δεν έχει χρονολογία γραφής για να γνωρίζουμε ακριβώς ποια χρονιά σύχναζε εκεί ο Μπέζος, αλλά θεωρείται από πολλούς ότι είναι γραμμένο κατά προσέγγιση μεταξύ 1927 και 1930. Μολαταύτα, ο ποιητής και δημοσιογράφος Φώτος Γιοφύλλης μάς πληροφορεί σε ένα άρθρο του το 19338 ότι το θρυλικό αυτό υπόγειο ζαχαροπλαστείο, ιδιοκτησίας κάποιου Χιώτη, ξεκίνησε να λειτουργεί ως μεταμεσονύχτιο φιλολογικό στέκι με πρωτοβουλία του Μάριου Βαϊάνου9 από το 1927 ως τα τέλη του 1928, οπότε και άρχισε απότομα να φθίνει η αίγλη του. Τον Μπέζο τον αναφέρει ο Γιοφύλλης ως νέο λογοτέχνη ανάμεσα σε δεκάδες άλλους νέους, εικόνα που μας παραπέμπει σαφώς σε κάποιες πρώιμες προσπάθειες συγγραφής λογοτεχνικών κειμένων, που δημοσίευσε αργότερα σε περιοδικά, ή στίχων για τα τραγούδια του, δειγμάτων της μετέπειτα καλλιτεχνικής πορείας του. Επιπλέον, σε αυτό το άρθρο, μνημονεύει –ανάμεσα σε άλλους ιδιαίτερους και μποέμ χαρακτήρες που ξημερώνονταν στο «Μπάγκειον»– και ένα μυστηριώδη νυχτόβιο τύπο που σύχναζε τότε εκεί, τον συγγραφέα και τραγουδιστή όπερας Σκούφη,10 ο οποίος δολοφονήθηκε λίγο αργότερα στο Παρίσι. Η παρέα του «Μπαγκείου»: ένας κύκλος καταραμένων ποιητών, παράξενων καλλιτεχνών και άνεργων ξενύχτηδων. Άλλοι θαμώνες του, όπως ο Κώστας Βάρναλης και ο προαναφερθείς Φώτος Γιοφύλλης, θα συνυπάρξουν μελλοντικά με τον Μπέζο σε αθηναϊκές εφημερίδες, ενώ ο Ορέστης Λάσκος θα του δώσει αργό- τερα στίχους για τραγούδια και θα συνεργαστεί μαζί του το 1934 σε περιοδείες της Μάντρας του Αττίκ στην Ελλάδα, την Αίγυπτο και την Τουρκία. Έτσι, στα πρώτα του χρόνια στην Αθήνα, ο Μπέ- ζος συγχρωτίζεται με τη Γενιά του ’20, με ποιητές, συγγραφείς, μουσικούς και καλλιτέχνες. Είναι μάλλον παραδομένος στην μποέμικη ζωή μιας πόλης που διαρκώς επαναπροσδιορίζεται μέσα από την εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων, τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές επιρροές και τις αδιέξοδες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες που είχαν δημιουργήσει νωρίτερα ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Καταστροφή. Φαίνεται ίσως αφημένος στη μελαγχολία και στο αδιέξοδο, που αποπνέουν εκείνη την περίοδο η λογοτεχνία και οι τέχνες.
Παράλληλα με την ανέμελη ζωή και τις σπουδές του στην Αθήνα, ο Μπέζος εργάστηκε στην αρχή ως σκηνογράφος σε θέατρα, τέχνη που, όπως προαναφέραμε, είχε ήδη ασκήσει νωρίτερα με τον Γιώργο Τιγκαράκη στις θεατρικές παραστάσεις του Ερασιτεχνικού Ομίλου Μπολατίου. Μεταξύ 1928 και 1931 σκηνογράφησε επτά έργα του ελαφρού μουσικού θεάτρου σε διάφορα θέατρα όπως το «Μοντιάλ», το «Αθήναιον», το «Λαού» και το «Τριανόν», με τους θιάσους Οικονόμου, Σαμαρτζή, Δράμαλη, Μακέδου, και μία πρόζα με τον θίασο Ιωαννόπουλου στο θέατρο «Ατλαντίς» στα Εξάρχεια.11 Με αυτή την επαγγελματική ιδιότητα αναφέρεται και σε άλλες δώδεκα παραστάσεις που ανέβηκαν το 1931 στο θέατρο «Ατλαντίς», σε συνεργασία με τον τότε σκηνογράφο και γνωστό αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη.12 Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε με βεβαιότητα το σύνολο των σκηνογραφικών δημιουργιών του. Αυτό συμβαίνει επειδή το συγκεκριμένο επάγγελμα δεν είχε κατακτήσει τότε τον αυτόνομο ρόλο που έχει σήμερα και πολύ συχνά ο σκηνογράφος αντιμετωπιζόταν ως τεχνικός, χωρίς να αναφέρεται η δημιουργική συμμετοχή του στις θεατρικές παραστάσεις.13
Ο Μπέζος θεωρείται ακόμα και σήμερα ένας από τους πολύ σημαντικούς Έλληνες σκιτσογράφους, με μεγάλη προσφορά σε αυτή την τέχνη. Δυστυχώς, λίγα πρωτότυπα έργα του διασώζονται: δεκατρία σχέδια που βρίσκονται στη Δημοτική Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων και ένα πορτρέτο με κάρβουνο, που έχει στην κατοχή του ένας ιδιώτης συλλέκτης. Εντούτοις, ένας πολύ μεγάλος αριθμός σκίτσων, που ξεπερνάει κατά πολύ τα χίλια πεντακόσια, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργάστηκε. Ως μέλος του Συνδέσμου Σκιτσογράφων Αθηναϊκών Εφημερίδων, συμμετείχε σε τρεις από τις έξι εκθέσεις που διοργάνωσε σε χώρους Τέχνης στην Αθήνα, τις χρονιές 1932, 1936 και 1938. Ο Σύνδεσμος ήταν από τα πλέον δραστήρια καλλιτεχνικά σωματεία του Μεσοπολέμου, που συσπείρωνε τους καλλιτέχνες οι οποίοι ασχολούνταν με τη γελοιογραφία και πραγματοποιούσε εκθέσεις στην Αθήνα. Έχουν εντοπιστεί επίσης μία ατομική έκθεσή του με σκίτσα, στην Καλαμάτα τον Αύγουστο του 1933, και μία μετά θάνατον ατομική έκθεση έργων του, τον Μάρτιο του 1943.
Ο Μπέζος ξεκινά την πρώτη του συνεργασία με αθηναϊκές εφημερίδες τον Ιανουάριο του 1929 στην εφημερίδα Ακρόπολις ως σκιτσογράφος και αρθρογράφος, όπως έχει προκύψει από την αποδελτίωση του Τύπου της εποχής. Εκτός από την Ακρόπολιν, θα εργαστεί σε πολλές άλλες εφημερίδες μέχρι το 1941, μεταξύ των οποίων η Καθημερινή, η Βραδυνή, η Πρωία, η Ελληνική, το Ελληνικόν Μέλλον, η Κραυγή και άλλες, αλλά και σε περιοδικά, όπως το Ατλαντίς, τα Παρασκήνια και ο Φανός των Συντακτών. Από την αρχή και καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της επαγγελματικής του ενασχόλησης, θα είναι πάντα σε στενή επαφή με όλο τον καλλιτεχνικό χώρο. Γράφει κριτικές για παραστάσεις, παίρνει συνεντεύξεις από ηθοποιούς και αποτυπώνει στα σκίτσα του κοσμικά πρόσωπα, καλλιτέχνες, μουσικούς, ηθοποιούς και συντελεστές των μεγάλων θεατρικών παραστάσεων, της οπερέτας και της επιθεώρησης. Συγχρόνως, σε όλη τη δεκαετία του ’30, δημοσιεύει πολλά ευθυμογραφήματα, κάποιες ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις και κείμενα που έχουν πολύ προσωπικό ύφος και ημερολογιακό χαρακτήρα, ενώ δεν είναι λίγες και οι γελοιογραφίες του με πολιτικό περιεχόμενο ή με χαρακτήρες της καθημερινής ζωής. Τον Φεβρουάριο του 1934 γνω- ρίζει ακόμα και τη Ζοζεφίν Μπέικερ (Josephine Baker),14 η οποία βρίσκεται στην Αθήνα με μια μεγάλη ορχήστρα, και τότε συμβαίνει ένα κωμικό περιστατικό. Τη σκιτσάρει με φτερά πεταλούδας και η Μπέικερ αρνείται να βάλει την ιδιόχειρη υπογραφή της στο σκίτσο του. Στο τέλος, αυτός ενδίδει στις απαιτήσεις της διεθνούς σταρ και σβήνει τα φτερά από το σκίτσο της, εκείνη το υπογράφει και, τελικά, δημοσιεύεται στις εφημερίδες.
Μία επιβεβαίωση για τον ισχυρισμό ότι ο Μπέζος ξεκίνησε να εργάζεται στην εφημερίδα Ακρόπολις στις αρχές του 1929 μας δίνει και ένα άρθρο του αρχισυντάκτη της Ακροπόλεως Δημήτρη Νίτσου, έπειτα από επίσκεψή του στη μετά θάνατον έκθεση του Μπέζου με σκίτσα και παρτιτούρες. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Νίτσος όσον αφορά την αισθητική των σκίτσων του Μπέζου και τη γνωριμία τους:
Να κάτι που αξίζει να σταματήσει τον καθένα μπροστά στο έργο του πρόωρα χαμένου καλλιτέχνη, που, όπως είναι σε όλους τους δικούς του γνωστό, εγώ πρωτοανακάλυψα να μουντζουρώνει χαρτιά σκηνικών στο θέατρο «Μοντιάλ» και τον έφερα σε επαφή με τη δημοσιογραφία και τη δημοσιότητα, εμφανίζοντάς τον το 1929 στην «Ακρόπολιν».
Και συνεχίζει:
Από τότε είμαστε με τον Μπέζο πάντα φίλοι. Πάντα, εκτός από τις ώρες που του έκανα λόγο για το ολέθριο βίτσιο που κάποτε τον είχε συνεπάρει και φθείροντάς του τον οργανισμό τον παρέδωσε εύκολο θύμα στη φυματίωση. Θέλοντας να τρυγήσει όλες τις χαρές της ζωής, από την οποία προαισθανότανε ίσως πως γρήγορα θα έφευγε, ο Κώστας ζητούσε να πραγματοποιήσει μέσα σε ονειρεμένους τεχνητούς παραδείσους όσα ταξίδια δεν είχε προφτάσει να κάνει. Αλλά και η κουβέντα για το πάθος του αυτό –που τόσο τον ερέθιζε– δεν ήταν ικανή να σκιάσει παραπάνω από λίγα λεπτά της ώρας τη φιλία μας.
Ο Νίτσος αναφέρεται σε κάτι που επαναλαμβάνεται σε όλους τους επικήδειους που ακολούθησαν τον θάνατο του Μπέζου, αλλά και σε δημοσιεύματα κατά τη διάρκεια της ζωής του: Χλομός, αδύνατος, με βλέμμα απλανές, με βήμα ασταθές, ερωτόληπτος, γλεντοκόπος, αδιόρθωτος αισθηματίας, μποέμ, ξενύχτης, γλεντζές, είναι μόνο μερικοί από τους χαρακτηρισμούς τους οποίους τού προσδίδουν άνθρωποι που τον γνώριζαν, και οι αναφορές σχετικά με το «ολέθριο βίτσιο» και τους «τεχνητούς παραδείσους» είναι σαφείς ενδείξεις εθισμού του Μπέζου σε κάποια εξαρτησιογόνο ουσία της εποχής.
1: Πρωτοβουλία του Αμερικανού Γκόρντον Άσγουορθ (Gordon Ashworth) για μια συλλεκτική έκδοση των δώδεκα ρεμπέτικων που ηχογράφησε ο Κώστας Μπέζος με το ψευδώνυμο Κωστής: Α. Kostis, The Jail’s a Fine School, κυκλοφορία των Olvido Records και Mississippi Records, 2015. Σημειώσεις: Tony Klein. Παραγωγή: Gordon Ashworth, Tony Klein, Dimitris Kourtis.
2: Ο Βλάσιος Μπέζος (1862- 1941) του Κωνσταντίνου και της Παρασκευής γεννήθηκε στο Μπολάτι Κορινθίας. Από τον πρώτο του γάμο το 1890 με τη Βασιλική Ζούβα, απέκτησε τη Μαρίκα, μετέπειτα σύζυγο του Αχιλλέα Λιάγκα. Μετά τον θάνατο της Βασιλικής το 1894, ο Βλάσιος παντρεύτηκε το 1900 τη Φωτεινή Δανή (1873- 1955) του Δημητρίου από την Κόρινθο και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά: την Κατερίνα, τον Ευάγγελο και, τέλος, τον Κώστα. Ο Ευάγγελος (1904-1956) ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας, στιχουργός, καθώς και μεταφραστής και συγγραφέας θεατρικών έργων μαζί με τον Απόστολο Μαγγανάρη. Η Κατερίνα (1902-1993) ήταν φαρμακοποιός, σύζυγος του Αθανάσιου Καλλίρη, ενώ ήταν μητέρα του κιθαρίστα Τίτου Καλλίρη και γιαγιά του μουσικού και τραγουδοποιού Θάνου Καλλίρη.
3: Γιώργος Τιγκαράκης, Αναμνήσεις και Ιστορικά από το χωριό Μπολάτι, 1977.
4: Ακρόπολις, 2 Φεβρουαρίου 1929.
5: Εσπερινή, 10 Οκτωβρίου 1925.
6: Ζαχαροπλαστείο στο υπόγειο του ξενοδοχείου «Μπάγκειον» στην Ομόνοια το οποίο μετατράπηκε σε διάσημο βραδινό φιλολογικό στέκι από τον Μάριο Βαϊάνο την περίοδο 1927-1928. Λογοτέχνες, ποιητές, καλλιτέχνες και μποέμ χαρακτήρες της εποχής πέρασαν από κει: o Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Νίκος Βέλμος, ο Κώστας Βάρναλης, ο Ορέστης Λάσκος, ο Alec Scouffi, ο Τέλος Άγρας, η Μυρτιώτισσα, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Γιώργος Βαλταδώρος, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Τεύκρος Ανθίας, ο Κώστας Μπέζος και άλλοι. Το διαδέχτηκε σε φήμη, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Φώτου Γιοφύλλη, το «Καφέ Αμάντς», ένα μικρό καφενεδάκι δίπλα στα ερείπια του γκρεμισμένου τότε θεάτρου «Κυβέλη».
7: Ορέστης Λάσκος (1907-1992): Ποιητής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης δεκάδων ταινιών και συνεργάτης της «Μάντρας» του Αττίκ τη δεκαετία του ‘30.
8: Εβδομάς, 11 Αυγούστου 1933.
9: Μάριος Βαϊάνος (1905- 1975): Δημοσιογράφος, ποιητής, ιδρυτής λογοτεχνικών περιοδικών και μελετητής του έργου του Καβάφη.
10: Αλέξανδρος Σκούφης ή Alec Scouffi (1886-1932): Βαρύτονος τραγουδιστής όπερας, ποιητής και μυθιστοριογράφος. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, επισκεπτόταν συχνά την Αθήνα και δολοφονήθηκε μυστηριωδώς στο Παρίσι. Ως βαρύτονος είχε συνεργαστεί με τον Ενρίκο Καρούζο, ενώ ήταν ανοιχτά ομοφυλόφιλος και συγγραφέας του Au Poiss’ D’Or, Hôtel Meublé, βιβλίου που βρίσκεται σε όλες τις λίστες gay λογοτεχνίας των αρχών του 20ου αιώνα. Διατηρούσε στενή φιλία με τον Κωνσταντίνο Καβάφη και στο αρχείο της Αμερικάνικης Σχολής Κλασικών Σπουδών Αθηνών υπάρχει σε χειρόγραφο το ποίημα «Τα κεριά» του Καβάφη με ιδιόχειρη αφιέρωση στον Σκούφη από τον ίδιο τον ποιητή.
11: Παναγιώτα Κωνσταντινάκου, «Η σκηνογραφία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης / Τμήμα Θεάτρου, 2013.
12: Ελληνική, 24 Απριλίου 1931.
13: Μανώλης Σειραγάκης, Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα, Καστανιώτης, 2009.
14: Ζοζεφίν Μπέικερ (Freda Josephine Baker) (1906- 1975): Παγκοσμίου φήμης χορεύτρια, τραγουδίστρια και ηθοποιός, με έδρα τη Γαλλία, αλλά και ακτιβίστρια για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών. Είναι η πρώτη Μαύρη γυναίκα που πρωταγωνίστησε σε μεγάλη κινηματογραφική ταινία, τη βουβή ταινία Siren of the Tropics του 1927, σε σκηνοθεσία Μάριο Νάλπας (Mario Nalpas) και Ανρί Ετιεβάν (Henri Étiévant).