JAMES
MARLON

Moon Witch, Spider King

In Moon Witch, Spider King, the sequel to Black Leopard, Red Wolf, Marlon James weaves a dark, mesmerizing world through the voice of the witch Sogolon—an epic tale of revenge in which African myth breathes life into contemporary literature.

Pages
734
Author
JAMES
MARLON
ISBN
978-960-521-374-9
Dimensions
17
x
24

Sogolon is the Moon Witch, a woman gifted with supernatural powers and an unnaturally long life, yet condemned to grow up as an outcast, feared and despised. But when fate brings her to the King’s court, she discovers that power is not simply a privilege; it is essential for survival.

There she meets Keme, a shape-shifting tracker and warrior who teaches her to temper her rage and desire for revenge.

The search for a mysterious boy, first recounted in Black Leopard, Red Wolf, the opening novel of Dark Star Trilogy, is retold here from an entirely different perspective. This time, the story belongs to Sogolon, who over the course of her 177-year life comes to understand how slippery truth can be — and how a woman who places absolute trust in a man risks losing herself.

Moon Witch, Spider King is the second installment in the Dark Star Trilogy. Marlon James, winner of the 2015 Booker Prize for A Brief History of Seven Killings, continues his ambitious African epic, weaving ancient myth into a bold contemporary narrative about a woman determined to live freely and on her own terms.

INTERVIEW
ΜΑΓΙΣΣΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ - ΑΡΑΧΝΗ

How Marlon James Is Rewriting the Rules of Fantasy Fiction

#282264
SILVIA
AVALLONE
22,00 
URSULA K.
LE GUIN
15,74 
JACQUELINE
HARPMAN
17,49 
Ι.N.J.
CULLBARD
16,43 
URSULA K.
LE GUIN
18,55 
URSULA K.
LE GUIN
25,97 

ΕΝΑ

Ένα βράδυ βρέθηκα στη ζούγκλα των ονείρων. Αυτό που μου ’ρθε ξαφνικά και μου άρπαξε τον ύπνο με τη βία δεν ήταν όνειρο, αλλά μια ανάμνηση. Και η ανάμνηση στο όνειρο ήταν ένα κορίτσι. Δες το. Το κο- ρίτσι μένει στην παλιά μυρμηγκοφωλιά των τερμιτών. Οι τρεις αδελφοίτης μένουν σε μια μεγάλη καλύβα και λένε ότι η μυρμηγκοφωλιά μοιάζει με την αναποδογυρισμένη σάπια καρδιά ενός γίγαντα, αλλά το κορίτσι δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό. Ακουμπά τα χείλη του στην κούφια κοιλιά της φωλιάς. Τα τοιχώματα είναι από κόκκινη λάσπη και έχουν τραχιά υφή. Δεν υπάρχουν παράθυρα, εκτός αν θεωρήσεις τις τρύπες παράθυρα, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση τα παράθυρα είναι πολλά, σκάνε παντού και αφήνουν το φως να τέμνει το σώμα της οριζόντια, κάθετα και διαγώνια, αφήνουν τη ζέστη να εισχωρεί ύπουλα και να παραμένει εκεί, κάνουν τον άνεμο να γλιστράει σαν φίδι μέσα στην κουφάλα. Οι τερμίτες έχουν φύγει προ πολλού από τη φωλιά. Δεν θα έβαζες ούτε σκυλί να μείνει εκεί μέσα, αλλά, κοίτα, εκεί την έχουν χώσει.

Δυο πόδια ψηλώνουν ολοένα, αλλά παραμένουν ξυλαράκια. Το κεφάλι μεγαλώνει, αλλά το στήθος είναι ακόμα επίπεδο σαν το έδαφος. Μπορεί να βρίσκεται σε ηλικία ανώριμη ακόμη για το σώμα της, αλλά κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να λογαριάσει τα χρόνια της. Ωστόσο αυτοί σημαδεύουν το πέρασμά τους κάθε καλοκαίρι, το σημαδεύουν με οργή και θλίψη· αυτοί, δηλαδή οι αδελφοί της. Έτσι σημαδεύουν τη γέννησή της. Εκείνη την εποχή του χρόνου νιώθουν την κακία να έρχεται σαν σύννεφο και να τους σκεπάζει, και κατηγορούν εκείνη. Έτσι, λοιπόν, αυτή σφίγγει τα χείλη της, τα σφίγγει αφού μόνο κάτι τέτοιο μπορεί να κάνει ― να σφίγγει τα χείλη της με δύναμη, όπως και τις αρθρώσεις των χεριών της. Η αποφασιστικότητα στο πρόσωπό της αποτυπώνει τις σκέψεις της. Ορίστε. Το αποφάσισε. Θα το σκάσει, θα συρθεί έξω από την τρύπα, θα το βάλει στα πόδια και δεν θα σταματήσει να τρέχει.

Κι αν της πέσουν τα δάχτυλα των ποδιών, θα τρέχει πατώντας στις φτέρνες· κι αν της πέσουν κι οι φτέρνες, θα τρέχει με τα γόνατα· κι αν της πέσουν τα γόνατα, θα σέρνεται με την κοιλιά στο χώμα. Σαν μωρό που ξαναγυρνάει στη μητέρα του, τη νεκρή μητέρα του, που δεν πρόλαβε καν να του δώσει όνομα πριν από τον θάνατό της.

Υπολογίζει τις μέρες χάρη στο λιγοστό φως που μπαίνει από τις τρύπες. Από τη μυρωδιά των αγελαδινών σβουνιών καταλαβαίνει πότε ο ένας αδελφός της οργώνει για να φυτέψει την καινούργια σοδειά, πράγμα που σημαίνει ότι είναι ή Αρμπ ή Γκιντάντα, η ένατη ή η δέκατη μέρα της σελήνης Κάμσα. Ρίχνοντας άλλη μια ματιά γύρω της βλέπει το μεγάλο φύλλο που της άφησαν το περασμένο βράδυ με λίγο χυλό, τη μία από τις δύο φορές που την ταΐζουν κάθε τέταρτο της σελήνης. Όταν το θυμούνται. Συνήθως την αφήνουν να λιμοκτονεί, και αν το θυμηθούν αργά μες τη νύχτα, λένε ότι έτσι κι αλλιώς είναι αργά πια, ας την ταΐσει κάποιο πνεύμα στα όνειρά της.

Κοίτα το κορίτσι. Δες το· αφουγκράζεται. Έχει μάθει να ξεχωρίζει τις εποχές ακούγοντας τους αδελφούς της να φωνάζουν πότε θα φυτέψουν κεχρί και πότε θα αφήσουν το έδαφος να αναπαυθεί. Τα υπόλοιπα τής τα λένε οι βροχερές μέρες και οι μέρες ξηρασίας. Κατά τα άλλα τη βγάζουν έξω από τη μυρμηγκοφωλιά τραβώντας τη με ένα σκοινί περασμένο σε έναν χαλκά στον λαιμό της, τη δένουν σε ένα κλαδί και τη σέρνουν στο χωράφι, φωνάζοντάς της να οργώσει με τα χέρια της την κοπριά από τα βόδια, απ’ τις κατσίκες, τα γουρούνια και τα ελάφια. Σκάψε το χώμα με τα χέρια σου και ανακάτεψέ το με τα σκατά, έτσι ώστε να φυτρώσει η τροφή που είσαι ανάξια να τρως. Το κορίτσι γεννήθηκε μ’ ένα μεγάλο χρέος στην πλάτη του. Και όπως πιστεύουν τα τρία της αδέλφια, δεν θα το ξεπληρώσει ποτέ.

Πρόσεξε τ’ αδέλφια της τα αγόρια. Οι δύο μεγαλύτεροι γελάνε με τα ουρλιαχτά του μικρότερου. Αγόρια γυμνά όπως όταν γεννήθηκαν, μόνο με κάτι κίτρινα, κόκκινα και γαλάζια ψάθινα προστατευτικά μαξιλαράκια στους αγκώνες και στα κανιά τους, και κάτι μικροσκοπικές ψάθινες ασπίδες στις αρθρώσεις των χεριών τους. Τα δύο μεγαλύτερα φορούν κράνος που μοιάζει με αχυρένιο κλουβί. Τα κράνη είναι κίτρινα και πράσινα. Το κορίτσι σέρνεται έξω από τον φούρνο της για να τους παρακολουθήσει. Ο μεγαλύτερος αδελφός της κλωθογυρίζει στα χέρια του ένα κοντάρι ψηλό σαν σπίτι. Το περιστρέφει, το στριφογυρνά και πηδά σαν να χορεύει. Ύστερα όμως κάνει έναν γύρο, πηδά ψηλά και χτυπά με το κοντάρι τον μεσαίο αδελφό στον λαιμό. Ο μεσαίος αδελφός ουρλιάζει.

«Πουτάνας γιε!»

«Της ίδιας μάνας γιοι», λέει ο μεγαλύτερος αδελφός και γελά. Γυρίζει από την άλλη μόνο για μια στιγμή, αλλά δεν είναι αρκετά γρήγορος. Ένα κοντάρι τον πετυχαίνει στον ώμο, νιώθει ένα τσούξιμο. Στρέφεται πάλι και γελά, παρόλο που έχει ματώσει. Τώρα θα το κάνει. Αρπάζει το κοντάρι του και με τα δυο του χέρια, σαν τσεκούρι, και παίρνει στο κυνήγι τον αδελφό του· τα χτυπήματα πέφτουν βροχή. Ο μεσαίος αδελφός καταφέρνει να του ρίξει δυο ματσουκιές, αλλά ο μεγάλος είναι πολύ σβέλτος. Κοπανάει, χτυπάει, κοπανάει, χτυπά, κοπανάει, χτυπά. Τον χαρακώνει στο στήθος, τον χαρακώνει στο αριστερό μπράτσο, τον χαρακώνει στο κάτω χείλος, του το σκίζει.

«Μα παίζουμε, αδελφέ», λέει ο μεσαίος αδελφός φτύνοντας αίμα.

Ο μικρότερος αδελφός πασχίζει να στερεώσει το μεγάλο κράνος στο κεφαλάκι του και να το σφίξει, αλλά δεν τα καταφέρνει.

«Θα σας πλακώσω και τους δύο», λέει.

«Για κοίτα, το σκατουλάκι! Ξέρεις γιατί πάμε στον διαγωνισμό ντόνγκα*, μικρέ;» ρωτά ο μεγαλύτερος αδελφός.

«Δεν είμαι χαζός. Πάτε για να κερδίσετε στις ραβδομαχίες. Για να σκοτώσετε τον βλάκα που σας προκάλεσε».

Οι δυο αδελφοί κοιτάζουν τον μικρό λες και ξαφνικά βλέπουν έναν άγνωστο ανάμεσά τους.

«Είσαι πολύ μικρός, αδελφέ».

«Θέλω να παίξω κι εγώ!»

Ο μεγαλύτερος αδελφός στρέφεται προς το μέρος του.

«Δεν έχεις ιδέα από ντόνγκα. Ξέρεις τι είναι αυτό το κοντάρι;»

«Κουφός είσαι; Σου είπα, είναι για να παλεύεις και να σκοτώνεις!»

«Όχι, σκατουλάκι. Αυτό είναι το πρώτο κοντάρι. Αφού κερδίσεις, τότε μπορείς να χρησιμοποιήσεις το δεύτερο κοντάρι σου. Ρώτα τα όμορφα κορίτσια που έρχονται στις ραβδομαχίες».

Γελά ειρωνικά κοιτάζοντας τον μεσαίο αδελφό, που του ανταποδίδει το μειδίαμα. Ο μικρότερος αδελφός έχει μπερδευτεί.

«Μα στις ραβδομαχίες χρησιμοποιείς ένα κοντάρι, όχι δύο».

* Ντόνγκα: ραβδομαχία· τελετουργικό, εθιμικό σπορ της αιθιοπικής κοινότητας των Suri. Διεξάγεται μια φορά τον χρόνο μεταξύ των νεαρών αγοριών. Έχει χαρακτή- ρα επίδειξης ανδρισμού και επιδιώκει την αποδοχή ως γενναίων των αγωνιζόμενων από την κοινότητα, αλλά και την ερωτική αποδοχή τους από τα κορίτσια.

« Όπως είπα. Είσαι πολύ μικρός».
Ο μεσαίος αδελφός δείχνει το πουλί του μικρού αδελφού.
«Χα, το κοντάρι του αδελφούλη μας είναι σαν κλωναράκι».

Οι δυο μεγαλύτεροι αδελφοί γελούν αρκετή ώρα, ώσπου στο πρόσωπο του μικρού διαγράφεται η οργή, όχι επειδή εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει, αλλά επειδή τώρα καταλαβαίνει, και πολύ καλά μάλιστα. Το κοριτσάκι παρακολουθεί. Τον βλέπει να αρπάζει το κοντάρι, να τεντώνει το χέρι του και να το κατεβάζει με δύναμη καταμεσής στην πλάτη του μεσαίου αδελφού. Εκείνος τσιρίζει, ο μεγάλος αδελφός γυρίζει γρήγορα απ’ την άλλη και κοπανάει αστραπιαία με το κοντάρι του τον μικρό αδελφό κατακούτελα και του ρίχνει άλλη μια ματσουκιά πίσω από τα γόνατα. Ο μικρότερος αδελφός πέφτει κάτω και ο μεγαλύτερος τον χτυπάει ασταμάτητα σε όλο του το σώμα. Ο μικρότερος ουρλιάζει και ο μεσαίος αρπάζει το μπράτσο του μεγαλύτερου. Φεύγουν αφήνοντας τον μικρό να οδύρεται στο χώμα. Μόλις, όμως, αυτός βλέπει ότι δεν τον κοιτάζουν πια, σταματά να κλαίει και τρέχει ξοπίσω τους. Το κοριτσάκι ξεμακραίνει έρποντας από την καλύβα και παίρνει το κοντάρι που άφησαν πίσω τους. Είναι πιο γερό και πιο σκληρό απ’ όσο περίμενε. Και πιο μακρύ επίσης. Τρεις φορές το μπόι της και βάλε. Τεντώνει το χέρι της, μαστιγώνει το έδαφος και σηκώνει πάνω σκόνη.

Περιμέναμε να ακούσουμε τη μητέρα να ουρλιάζει τέσσερις φορές, αυτό κάναμε, της λέει ο μεγαλύτερος. Η μέρα έχει φύγει, αλλά η νύχτα δεν έχει έρθει ακόμα. Της τραβά δυο φορές την αλυσίδα για να της επιτρέψει να βγει έξω, αν και τις περισσότερες φορές την τραβολογά χωρίς προειδοποίηση, και μέχρι να τη σύρει έξω, η μικρή πνίγεται και παλεύει να πάρει ανάσα. Το κεφάλι του γυρίζει από το κρασί φοινικόδεντρου, που σημαίνει ότι θα πει πράγματα που δεν θα έλεγε αν τον άκουγε κάποιος. Τραβά απότομα την αλυσίδα λες και σέρνει πεισματάρικο γαϊδούρι, ωστόσο είναι η μόνη φορά που της επιτρέπει να πλησιάσει στο σπίτι. Και τότε της έρχεται ξαφνικά μια ξεχασμένη ανάμνηση. Θυμάται τον πατέρα της να την παίρνει στην αγκαλιά του χαμογελώντας, αλλά το χαμόγελό του ξινίζει αμέσως, τα χέρια του πέφτουν στο πλάι και τα μάτια του ανοιγοκλείνουν, ενώ η ίδια μένει μετέωρη για μια στιγμή στον αέρα προτού πέσει κάτω στο χώμα. Περιμέναμε να ακούσουμε τη μητέρα να ουρλιάζει τέσσερις φορές, της λέει ο αδελφός της. Τέσσερις φορές σημαίνει ότι είναι αγόρι και τρεις κορίτσι. Αλλά η μητέρα δεν ούρλιαξε.

Ο μεγαλύτερος αδελφός διηγείται την ιστορία, αλλά το κρασί φοινικόδεντρου τον κάνει να τη λέει χωρίς συνοχή. Βλέπεις τον πατέρα μου; Βλέπεις πόσο περήφανος δείχνει όταν η κοιλιά της μητέρας αρχίζει να πετάγεται μπροστά σαν να προπορεύεται; Οι τρεις γιοι σύντομα θα γίνουν τέσσερις, και αν είναι κόρη, θα την παντρέψει αν γίνει πλούσιος ή θα την πουλήσει αν γίνει φτωχός. Οι αδελφοί σου παρακολουθούν τον πατέρα σου να μετράει πόσο μένει μέχρι να γεννηθεί το παιδί, επειδή εκείνη έχει πάει να γεννήσει στο σπίτι της μάνας της. Εμείς περιμένουμε να ακούσουμε ότι είναι αγόρι, αλλά πιο πολύ ο νεότερος αδελφός σου, επειδή, επιτέλους, θα γίνει κι αυτός μεγάλος αδελφός και θα κάνει ό,τι κάνουν οι μεγάλοι αδελφοί. Ο πατέρας σου περιμένει κι εκείνος να μάθει τα νέα, αλλά ξεκουράζεται κιόλας καθώς επιτέλους άκουσε τη γυναίκα του όταν του είπε, Άντρα μου, αυτό το σπίτι είναι μικρό, δεν μας κάνει. Κι εκείνος το μεγάλωσε. Γκρέμισε τον τοίχο της σιταποθήκης και έφτιαξε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο για τα δυο μεγαλύτερα αγόρια, ύστερα έχτισε ένα άλλο δωμάτιο για τον νεότερο γιο και τον γιο που θα ’ρχόταν, και μετά ένα άλλο δωμάτιο για τα ραφτικά της μητέρας, επειδή είναι υπέροχη γυναίκα. Και άλλο ένα για τη γιαγιά, έστω κι αν την απεχθάνεται, γιατί δεν μπορεί να της επιτρέψει να μένει μόνη της. Περιμένουμε να ακούσουμε τη μητέρα να ουρλιάζει τέσσερις φορές. Αλλά δεν ακούμε τέσσερις κραυγές. Ούτε τρεις. Όταν πηγαίνουμε στην καλύβα της Γιαγιάς, η Γιαγιά μας λέει, Το μωρό βγήκε με τα πόδια και με τον ομφάλιο λώρο τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό. Η κόρη μου αιμορραγούσε ασταμάτητα, ώσπου δεν της έμεινε άλλο αίμα, ύστερα τα μάτια της άσπρισαν και πέθανε. Κο ορότζι αντέκβου εμπίλα αφίνγκουι, λέει η Γιαγιά, αλλά δεν ήταν ακόμα η ώρα της να αναπαυθεί. Μητροκτόνο διαολάκι, είσαι η κηλίδα που τελικά τυφλώνει όλο το μάτι.

Δες τι συμφορές μας έφερες σ’ αυτό το σπιτικό! Ο πατέρας μου κάθισε κι έκλαιγε τη μια μέρα, χόρεψε την επόμενη και άρχισε να φωνάζει τη νύχτα στους προγόνους για τα κακόβουλα παιχνίδια τους. Εμείς μιλάμε με τον ιερέα, τους λέει. Φοράμε φυλαχτό, επικαλούμαστε τους θεούς του κεραυνού και του ασφαλούς ταξιδιού, δεν τρώμε λίπος ούτε κουκιά ούτε κρέας από ζώο σκοτωμένο με βέλος. Γιατί, λοιπόν, οι θεοί μας έριξαν τέτοια βάσανα; Εκείνη χαιρόταν με την κοιλιά της, χαιρόταν με τον άντρα της, και δεν πλαγιάσαμε μαζί για έξι φεγγάρια. Γιατί, λοιπόν, οι θεοί μας έριξαν τέτοια βάσανα; Γιατί; Αφού κάνουμε σπονδές και δοξολογούμε τη θεά των ποταμών, που διαφεντεύει τα νερά στη μήτρα. Κανείς δεν τον έλεγε τρελό, ώσπου μια μέρα τον είδαμε κουλουριασμένο ανάποδα, να έχει φέρει τα γόνατα στο στήθος του και να κατουράει μέσα στο ίδιο του το στόμα. Μετά απ’ αυτό τον λέγαμε τρελό. Τρεις μέρες μετά τη γέννα είναι η τελετή της βάφτισης, αλλά δεν ήρθε κανείς, ούτε πήγε κανείς. Κανένας δεν τολμούσε να σε βαφτίσει, επειδή είσαι καταραμένη, και το μόνο χειρότερο από το να γεννήσεις μια καταραμένη είναι να τη βαφτίσεις· επειδή κάθε φορά που φωνάζεις το όνομα, προκαλείς συμφορά. Έτσι, λοιπόν, δεν πήρες όνομα. Επίσης, κανένας δεν έφτυσε αφρικανικό κάρδαμο στο στόμα σου ώστε να μη γίνεις ξεδιάντροπη γυναίκα, ούτε σου ’φτιαξε σιδερένιο περιδέραιο για να σε αποκόψει από τον κόσμο των πνευμάτων.

Καινούργια νύχτα. Το κοριτσάκι αισθάνεται το τραβολόγημα της αλυσίδας στον λαιμό του, που γίνεται απότομο βγάζοντάς την από τη μυρμηγκοφωλιά, ένα τράβηγμα τόσο δυνατό, που η μικρή εκτινάσσεται μέσα από το μικρό άνοιγμα, αφήνοντας πίσω της μια μεγαλύτερη τρύπα. Συνεχίζουν να την τραβολογούν στις λάσπες και στο χώμα, ανάμεσα στις κουτσουλιές από τις κότες. Ο λαιμός της πάει να σπάσει, ώσπου το κορίτσι αρπάζεται από την αλυσίδα και βλέπει ότι πλησιάζει στο σπίτι. Γυρίζει να δει ποιος την τραβά και δεν βλέπει κανέναν, ακούει μόνο ένα σούρσιμο στο έδαφος. Η ουρά ενός γιγάντιου κίτρινου και άσπρου πύθωνα έχει μπλεχτεί στην αλυσίδα και το φίδι δεν έχει πάρει είδηση ότι τραβά μαζί και το κορίτσι. Η μικρή φοβάται τι μπορεί να συμβεί όταν φτάσει ο πύθωνας στο σπίτι των κοιμισμένων αδελφών της. Ωστόσο ούτε φωνάζει ούτε τσιρίζει ούτε ουρλιάζει.

Και τότε η ουρά του πύθωνα ξεγλιστράει από την αλυσίδα. Όχι, δεν ξεγλιστράει ακριβώς, γιατί η μικρή τη βλέπει μες στο σκοτάδι. Η ουρά μικραίνει διαρκώς, λες και το φίδι την καταπίνει. Η ουρά μικραίνει και το φίδι φαρδαίνει, μεγαλώνει, γίνεται σαν κουκούλι, το σώμα του αναδεύεται με γουργουρητά κάτω από το δέρμα του. Ο άσπρος και κίτρινος όγκος στριφογυρίζει, τεντώνεται, κυλιέται κάτω, ώσπου το δέρμα σκάει και από μέσα βγαίνουν δυο χέρια και ύστερα ένα ολόκληρο κορμί. Το δέρμα φεύγει εντελώς και μια γυμνή γυναίκα σηκώνεται όρθια. Η γυναίκα δεν ρίχνει ούτε μια ματιά πίσω της, αλλά κατευθύνεται προς το σπίτι και πάει απ’ το πλάι. Το κοριτσάκι την ακολουθεί από απόσταση μέχρι την πίσω μεριά του σπιτιού, όπου η γυναίκα-πύθωνας σκαρφαλώνει στο παράθυρο του μεσαίου αδελφού. Η μικρή κάθεται στο χώμα και αφουγκράζεται μες στη σιωπή και το σκοτάδι, ώσπου ακούει μια αντρική κραυγή από το δωμάτιο του αδελφού της. Η κραυγή δυναμώνει όλο και περισσότερο, μέχρι που την κάνει να πεταχτεί όρθια και να τρέξει στο παράθυρο, αλλά δεν το φτάνει γιατί παραείναι κοντή, έτσι ψάχνει στα σκοτεινά να βρει κάτι για ν’ ανέβει, αλλά το μόνο που βρίσκει είναι ένα σκαμνί με ένα σπασμένο πόδι. Ένα λυχνάρι φωτίζει αχνά το δωμάτιο. Ο αδελφός της βρίσκεται στο πάτωμα και καβάλα πάνω του είναι η γυναίκα-πύθωνας. Πηδά πάνω-κάτω, λες και προσπαθεί να πιάσει κάτι, ενώ ο αδελφός της τινάζεται και σφαδάζει, λες και τον δέρνουν αλύπητα. Ύστερα φωνάζει στη γυναίκα ότι τον ξέκανε, ότι πεθαίνει, και το σώμα του καταρρέει ολόκληρο. Και μετά βάζει τα κλάματα. Στο μεταξύ η γυναίκα-πύθωνας δεν βγάζει μιλιά. Κανείς άλλος δεν έρχεται εδώ, της λέει εκείνος, παρά μόνο αυτή η πουτάνα η μάγισσα. Εγώ δεν είμαι ούτε πουτάνα ούτε μάγισσα, εσύ είσαι καταραμένος, του λέει εκείνη. Εσύ και οι αδελφοί σου και ο τρελός ο πατέρας σου και η νεκρή μητέρα σου. Είστε τόσο καταραμένοι, που μόνο πουτάνες σας πλησιάζουν.

«Πρέπει να σκοτώσεις το κορίτσι», του λέει η γυναίκα-πύθωνας.

«Προσπάθησα ήδη να τη σκοτώσω, αλλά αυτή ξαναγύρισε», λέει ο αδελφός. Το κοριτσάκι παραλίγο να πέσει από το σκαμνί.

«Τέσσερις μέρες αφότου οδήγησε τον πατέρα μου στην τρέλα και έστειλε τη μητέρα μου στον άλλο κόσμο, εγώ και οι αδελφοί μου την πήραμε και πήγαμε να την αφήσουμε βαθιά μέσα στο δάσος. Το πιστεύεις ότι το καταραμένο κορίτσι βρήκε τον δρόμο και γύρισε πίσω; Δεν είχε αρχίσει καν να μπουσουλάει ακόμα. Οι χωριανοί λένε ότι οι Γιάμπο*, οι νεράιδες του χορταριού, την τάιζαν νέκταρ και αλεσμένους ξηρούς καρπούς. Μικρή μάγισσα την αποκαλούν. Εξαιτίας της μας περιφρονεί όλο το χωριό. Μας κατηγορούν όταν δεν βρέχει ή όταν δεν είναι καλή η σοδειά. Ακούστε, τους λέω, ελάτε και πάρτε την αν τη θέλετε· δεν με νοιάζει τι θα της κάνετε. Αλλά δεν έρχεται κανείς. Εμείς οι τρεις μεγαλώσαμε με την τροφή που μας άφηναν οι άνθρωποι μέχρι να μπορούμε να την καλλιεργήσουμε μόνοι μας. Αυτή είναι η αιτία που μας αποφεύγουν όλοι. Εξαιτίας της δεν πρόκειται ποτέ να βρω σύζυγο εκτός από σένα».

«Δεν είμαι σύζυγός σου», του λέει η γυναίκα-πύθωνας.

Πολλά φεγγάρια πάνε κι έρχονται και παίρνουν μαζί τους τα χρόνια. Τώρα η μικρή έχει μεγαλώσει, τα βρόμικα, μπερδεμένα της μαλλιά μακραίνουν μέχρι να τα κατακόψει, και μερικές φορές οι αδελφοί της ξεγελιούνται ακούγοντας τη φωνή της και νομίζουν πως ακούνε τη μητέρα τους. Έχει μάθει πώς φέρονται οι μεγάλοι, γιατί δεν της ξεφεύγει λέξη απ’ όσα ακούει. Ο μικρός αδελφός

* Γιάμπο: υπερφυσικές οντότητες στη μυθολογία διαφόρων πληθυσμών της Σενεγάλης. Είναι τα πνεύματα των νεκρών, λευκές μορφές με ασημένια μαλλιά.

πήγε να τη χαστουκίσει πάνω από δυο φορές, αλλά εκείνη του πιάνει το χέρι και τον χαστουκίζει η ίδια. Κανένας δεν της έχει μάθει τραγούδια, οπότε εκείνη σκαρώνει τα δικά της και αρχίζει να διακρίνει έναν ουρανό πιο πέρα από την άκρη του σκοινιού της. Ωστόσο εξακολουθεί να ζει μες στη μυρμηγκοφωλιά, να οργώνει το χώμα και την κατσικίσια κοπριά, εξακολουθούν να τη μαστιγώνουν για πλάκα, ο μικρός αδελφός εξακολουθεί να τη ρίχνει κάτω με κλοτσιές, να χοροπηδά πάνω στην πλάτη της και να την ποδοπατά μες στις λάσπες. Αφού σκότωσες τη μητέρα μας, ας είχες γεννηθεί τουλάχιστον αγόρι, της λέει. Εκείνη αισθάνεται το πέρασμα πολλών φεγγαριών και πολλών καλοκαιριών από πάνω της, αλλά οι αδελφοί της δεν έχουν αλλάξει καθόλου από τη μέρα της γέννησής της, τη μέρα που πέθανε η μητέρα της.

Όποτε οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί ταξίδευαν ανατολικά, καθώς καμιά γυναίκα από το χωριό τους δεν πήγαινε μαζί τους, ο μικρότερος ερχόταν σ’ εκείνη. Με το ύφος του της έλεγε ότι όλη μέρα είχε στο μυαλό του το κακό. Οι μεγαλύτεροι αδελφοί μου είναι τυχεροί, γιατί τους έκαναν την τελετή πριν πεθάνει η μητέρα μας, της έλεγε. Είναι τυχεροί γιατί έγιναν άντρες. Εσύ, όμως, μου στέρησες την τύχη μου. Κανένας πρεσβύτερος δεν μου κάνει περιτομή για να γίνω άντρας, επειδή είμαστε καταραμένοι όλοι μας. Αφού την ποδοπατούσε στο χώμα για οκτώ μέρες, την ένατη την ποδοπατούσε πάνω σε αγκάθια.

Εκείνη ξέρει καλά γιατί τη μισούν, της το λένε κάθε βράδυ. Μικρή δαιμόνισσα, μητροκτόνα, πότε θα σταματήσει η μαμά να κλαίει; Πότε θα σταματήσει να κλαίει στον άλλο κόσμο επειδή γέννησε ένα διαβολάκι που της ξέσκισε την τρύπα της και τη σκότωσε; Το κορίτσι αφουγκράζεται για να ακούσει το κλάμα της μητέρας του από τον τόπο των νεκρών, αλλά εις μάτην. Επομένως σωπαίνει. Μένει βουβή όταν τη δέρνουν επειδή ζητά κι άλλο φαγητό, κάτι που να μην είναι τόσο σάπιο. Σωπαίνει όταν της λένε, Μη μας κάνεις να πάμε στο άλλο κόσμο και να παρακαλέσουμε τον κύριό του να πάρει εσένα και να μας δώσει πίσω τη μητέρα μας. Σωπαίνει, επειδή ξέρει ότι το έχουν ήδη προσπαθήσει· έτσι είπε ένα βράδυ ο μεσαίος αδελφός στη γυναίκα-πύθωνα.

Τρεις αδελφοί, αχρείοι όλοι τους. Ο μεγαλύτερος τη μαστιγώνει, της έχει κάνει δυο σημάδια στο πρόσωπο. Ο μεσαίος την αφήνει να λιμοκτονεί, της λέει ότι εφόσον θεωρεί τον εαυτό της γυναίκα, θα πρέπει να μαγειρεύει μόνη της. Και ο μικρότερος είναι ο χειρότερος απ’ όλους, επειδή κανείς δεν δέχεται να του κάνει την τελετουργική περιτομή για να γίνει άντρας, κι αυτός ρίχνει το φταίξιμο πάνω της. Θα σε σκοτώσω πριν γίνεις γυναίκα, της λέει. Της λέει και το εξής: Θα πάρω ένα μαχαίρι και θα σου κόψω την άκρη από το λιλί σου εγώ ο ίδιος, επειδή καμιά γυναίκα δεν τολμά να σ’ αγγίξει. Όσο είναι ακόμα μέσα στη σχισμή σου, δεν είσαι ούτε αγόρι ούτε κορίτσι. Είσαι τέρας.

Το κορίτσι κάθε φορά φανταζόταν διαφορετικά τη λέξη αυτή. Όταν την είχαν αποκαλέσει πρώτη φορά τέρας, ξυνόταν μέχρι που μάτωσε· είχε γίνει έξαλλη επειδή δεν έβρισκε φολίδες για να τις βγάλει με το ξύσιμο. Έπειτα έτρωγε τα νύχια της για να μη μακρύνουν και γίνουν γαμψά. Όταν την έπιανε φαγούρα ανάμεσα στα μάτια, νόμιζε ότι έβγαζε τρίτο μάτι. Ή ότι θα άρχιζαν να φυτρώνουν παντού πάνω της τρίχες, σαν τα τοκολόσι, τους μαύρους, τριχωτούς δαίμονες, που ο μεγαλύτερος αδελφός της λέει ότι θα της επιτεθούν στον ύπνο της. Μια μέρα έβγαλε το κεφάλι της από τη φωλιά των τερμιτών και είδε μια γυναίκα να περνάει από την καλύβα και να βάζει τα γέλια, επειδή οι αδελφοί της είχαν τέτοιο χάλι, που ήταν λες και κάποιος είχε καταραστεί την κατάρα τους. Ίσως τελικά να είναι τέρας. Δαιμόνισσα. Μητροκτόνος. Ένα κορίτσι που μεγάλωσε χωρίς να γνωρίσει μητρικό γάλα, όπως είπε η γυναίκα-πύθωνας. Γι’ αυτό δεν βγάζει βυζάκια. Ο αδελφός της λέει ότι κάθε φυτό φέρει τη σοδειά που έχει τ’ όνομά του, άρα εφόσον λένε ότι εκείνη είναι τέρας, τότε θα γίνει τέρας. Και όταν περάσουν τα χρόνια και δει με πόση ανακρίβεια χρησιμοποιούν οι άνθρωποι αυτήν τη λέξη, τότε το κορίτσι θα σκεφτεί ότι, εφόσον δεν είναι τέρας, τότε είναι ένα καταραμένο πλάσμα που γέννησε η μητέρα της. Δεν είναι καν ομορφούλα, έτσι λέει ο μεσαίος αδελφός. Η μικρή ψηλαφίζει το δέρμα της, νιώθει τα κόκαλα να πετάγονται, τα κόκαλα της λεκάνης είναι τα μεγαλύτερα και τα χειρότερα, βλέπει την ασχήμια να μετατρέπεται από κάτι που φοβόταν σε κάτι που αναγνωρίζει.

Όμως και τ’ αδέλφια της λένε ψέματα. Δες τα αγόρια· ο μεσαίος αδελφός κλέβει ένα περιδέραιο που κέρδισε ο μεγάλος στις ραβδομαχίες και ύστερα του ψιθυρίζει ότι το ’κλεψε ο μικρός. Μετά από δυο νύχτες μια γιγάντια πύθωνας θα φύγει γλιστρώντας στο έδαφος με ένα μπρούντζινο περιδέραιο στον λαιμό της. Και ο μεγαλύτερος αδελφός δέρνει τον μικρό και ο μικρός με τη σειρά του δέρνει το κορίτσι, αλλά δεν σταματά εκεί. Ο μικρότερος αδελφός ρίχνει δηλητήριο στο ρέμα απ’ όπου πίνει νερό η γυναίκα-πύθωνας κι εκείνην την καταβάλλει έτσι μια αρρώστια τόσο άσχημη, που έρχεται ο μαντατοφόρος του θανάτου με την πνοή του ανέμου. Ο μεσαίος αδελφός φωνάζει, Ποια είναι αυτή η κακομοίρα η άρρωστη; Δεν μπορεί να πει σε κανέναν, ούτε καν στους αδελφούς του, ότι κάθε βράδυ κάνει κάτι απαγορευμένο, και ότι σπάει τα αβγά που γεννάει μερικές φορές η γυναίκα μέσα στα ψηλά χόρτα δίπλα στην όχθη του ποταμού. Και ο μεγαλύτερος, όταν έχει πιει κρασί φοινικόδεντρου, λέει συνέχεια πόσους άντρες έχει σκοτώσει και πόσες γυναίκες έχει βιάσει, και πόσους άντρες έχει βιάσει και πόσες γυναίκες έχει σκοτώσει. Περνάνε πολλά φεγγάρια και πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβει το κοριτσάκι πως ό,τι ξεστομίζουν οι αδελφοί της δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια, ακόμα κι αν πουν ότι το νερό είναι υγρό και ότι η φωτιά καίει.

Ορίστε λοιπόν. Είναι αποφασισμένη. Το αποφάσισε πριν από δέκα και δύο φεγγάρια. Γύρω από τον λαιμό της είναι περασμένος ένας χαλκάς και στον χαλκά είναι δεμένο ένα σκοινί. Το σκοινί είναι αρκετά μακρύ για να της επιτρέπει να ξεμακραίνει από την καλύβα, να περπατά στην αυλή και να πλησιάζει στον φράχτη, περνώντας ανάμεσα από χορτάρια, γουρούνια, κότες, ποντίκια και όποια άλλα ζώα ζουν στο μαντρί. Έτσι, λοιπόν, εδώ και δέκα και δύο φεγγάρια, κάθε ξημέρωμα μασουλάει το σκοινί κοντά στον λαιμό της, στην άκρη που δεν φαίνεται, επειδή κανένας δεν την πλησιάζει για να τη δει από κοντά. Λίγο-λίγο κάθε φορά, έστω και μια δαγκωνιά, αλλά μασώντας και φτύνοντας καταφέρνει να κόψει το σκοινί. Έπειτα παριστάνει ότι είναι ακόμα δεμένη· δένει πάλι το σκοινί στον χαλκά με έναν χαλαρό κόμπο και μορφάζει όταν την τραβάνε, λες και τη σφίγγει. Η εποχή της σποράς κοντεύει, και οι αδελφοί της θα έρθουν σύντομα φωνάζοντας, Μικρή βρομιάρα, ώρα για όργωμα. Όχι. Τώρα είναι η ώρα να το σκάσει.

Η μέρα που διάλεξε είναι σκοτεινή, ο ήλιος γίνεται μαύρος. Μαύρος σαν τη νύχτα. Ο χαλκάς είναι ακόμα περασμένος στον λαιμό της. Όμως εκείνη θα συρθεί έξω από την τερμιτοφωλιά και θα τυλίξει το μακρύ σκοινί γύρω από τη μέση της ώστε να φαίνεται σαν φίδι που τη σφίγγει μέχρι θανάτου. Το λιγοστό φως την ξεγελά, την κάνει να νομίζει ότι ο ήλιος έχει χαθεί, αλλά εκείνος βρίσκεται ακόμα ψηλά, λίγο μετά το μεσουράνημα, ένας πυρωμένος δακτύλιος γύρω από έναν μαύρο κύκλο. Τον κοιτάζει για ώρα πολλή, κι όταν πάει να τρέξει, τα μάτια της είναι τυφλωμένα από το φως. Υπάρχει φως στην ατμόσφαιρα και το χώμα φεγγοβολά. Τα πάντα αστράφτουν, λάμπουν κατάλευκα. Οι κότες κακαρίζουν σαστισμένες καθώς τις κλοτσά για να φύγουν απ’ τη μέση. Κι όπως τρέχει το κορίτσι προς την πύλη, πέφτει πάνω του.

«Κάτι δεν πάει καλά εδώ, κουραδίτσα».
Ο μικρότερος αδελφός.
«Για πού το ’βαλες;» τη ρωτά.

Αρχικά νομίζει ότι η μικρή τρέχει για να παίξει με τα γουρούνια, τα μοναδικά ζώα που είναι πιο ακάθαρτα από την ίδια, αλλά ύστερα βλέπει το τυλιγμένο σκοινί γύρω απ’ τη μέση της. Βρομόσκατο, της λέει και την αρπάζει απ’ τα μαλλιά. Εκείνη ουρλιάζει από τον πόνο, αλλά δεν θέλει να κλάψει. Τσιρίζει και τον κλοτσάει, ενώ εκείνος της φωνάζει, Ναι, γκάριζε και κλότσα σαν ζώο· και παράλληλα έψαχνε να βρει την άκρη του σκοινιού για να τη γυρίσει σαν σβούρα. Τότε, όμως, του δίνει μια κλοτσιά στο καλάμι, γερή κλοτσιά, κι αυτός την πετά κάτω. Της ρίχνει ένα αγριωπό βλέμμα χωρίς να πει κουβέντα. Ο μικρότερος αδελφός αφήνει κάτω το γιαταγάνι του και βγάζει τη δερμάτινη λουρίδα από το σαρόνγκ του για να τη δείρει. Το χαμόγελό του είναι τόσο πλατύ, που το πρόσωπό του μοιάζει σκισμένο στα δύο. Εκείνη αρπάζει ένα από τα πραγματάκια που κουβαλά μαζί της και όταν αυτός χιμά καταπάνω της σαν τσίτα, του το τρίβει στη μούρη. Είναι η χολή από ένα κατσικάκι· την έχει γεμίσει με το κάτουρό της πριν από πάρα πολλά φεγγάρια, μαζί με σκόνη από σπασμένες πέτρες, που του γδέρνει τα μάτια όταν πάει να τα σκουπίσει. Ο μικρός αδελφός σκούζει, κλείνει τα πρησμένα μάτια του. Με τύφλωσες, κλαψουρίζει και βήχει, επειδή λίγο από το καυτό κάτουρο μπήκε στο στόμα του. Εκείνη πάει να του ξεφύγει πάλι, όμως μέσα στην αναμπουμπούλα, ο μικρός αδελφός αρπάζει το σκοινί και το τραβά. Με κάθε τράβηγμα εκείνη το νιώθει να ξετυλίγεται, αλλά αισθάνεται και να πλησιάζει προς το μέρος του. Αδύνατον να σταματήσει, έστω κι αν κρατάει αντίσταση με τα πόδια της, χώνοντάς τα στο χώμα, στις λάσπες, στις κουτσουλιές από τις κότες και τα γουρούνια. Κουραδίτσα, φωνάζει εκείνος, θα πάρω αυτό που παίρνω πάντα και μετά θα σε σκοτώσω, της λέει. Μην ψάχνεις τους αδελφούς μου, δεν είναι εδώ για να με σταματήσουν. Αυτό ήταν. Δεν υπάρχει φόβος. Οι αδελφοί της δεν θα έρχονταν για να τη σώσουν, αλλά για να σταματήσουν εκείνον. Σαν κάποιος να σε βλέπει να ετοιμάζεσαι να πατήσεις ένα αγκάθι και να προειδοποιεί το αγκάθι. Εκείνος, τυφλωμένος ακόμα, τραβά συνεχώς το σκοινί. Τον αφήνει να την τραβήξει κοντά του και τότε αρπάζει το γιαταγάνι. Είσαι κοντά, το νιώθω, της λέει, και πράγματι τον έχει πλησιάσει. Το σκοινί την τραβάει απ’ τη μέση, τη σέρνει, τη σφίγγει, αλλά εκείνη δεν αντιστέκεται πια. Ο αδελφός της μυρίζει τα σκατά των γουρουνιών πάνω της. Σηκώνει το χέρι της και το κατεβάζει με δύναμη.

«Μου ’κοψες το χέρι! Πουτανάκι! Πουτανάκι!»

Ο μικρός αδελφός γκαρίζει, οδύρεται και βρίζει ψάχνοντας το χέρι του. Το κοριτσάκι το βάζει επιτέλους στα πόδια. Το σκοινί χορεύει πίσω της, με το κομμένο χέρι του αδελφού της να το κρατάει ακόμα.

Και ύστερα της καίει πιο πολύ το δέρμα ο ήλιος και της τυφλώνει τα μάτια· μετά συναντά ένα μονοπάτι πλατύ για δύο άρματα και στο τέλος δε νιώθει τα πόδια της από το πολύ περπάτημα. Τρέχει από μαντρί σε μαντρί, από μονοπάτι σε μονοπάτι, από θάμνο σε θάμνο, από δέντρο σε δέντρο μέχρι που φτάνει σ’ ένα δάσος· επιτέλους θα κρυφτεί από τους αδελφούς της, οι οποίοι σίγουρα θα την ψάχνουν και θα έχουν βάλει κι άλλους να ψάχνουν. Τέσσερις ημέρες χωρίς απάγκιο, περισσότερες χωρίς φαγητό, και μετά από άλλο ένα φεγγάρι, πέφτει κάτω. Το κορίτσι αισθάνεται ότι κοιμάται, αλλά δεν ονειρεύεται, και όταν ξυπνά, κινείται, παρόλο που τα πόδια της είναι ακίνητα. Το σκοινί ήταν τυλιγμένο σφιχτά γύρω σου σαν φίδι, θα σε σκότωνε, της λέει με βραχνή φωνή μια γυναίκα σκυμμένη πάνω της. Πού είναι η μητέρα σου; τη ρωτά, και το κορίτσι τρέμει ολόκληρο, λες και ο αέρας το χαστούκισε για να το βγάλει από τη ζαλάδα του. Μετά από άλλη μια μέρα, το ταρακούνημα του κάρου τής κόβει τον ύπνο. Η γυναίκα ρωτά, Πού πήγαινες, κοριτσάκι; Όμως δεν παίρνει απάντηση. Δεν έχει σημασία, λέει η γυναίκα. Πηγαίνουν στο Κονγκόρ.

Δες το κορίτσι. Η γυναίκα στο κάρο μένει σε ένα σπίτι στον δρόμο όπου όλα είναι μπλε. Ένα σπίτι με δυο πατώματα και δυο σκάλες, και με άλλες δέκα γυναίκες. Γυναίκες με το μαγευτικό λιλί, έτσι τις αποκαλούν οι άντρες. Η γυναίκα στο κάρο, που ονομάζεται Δεσποινίς Αζόρα, τις φωνάζει πόρνες επειδή δεν της αρέσει να κρύβεται πίσω από όμορφα λόγια. Γιατί έφερες κι άλλη κοπέλα; τη ρωτά μία από τις γυναίκες, που εδώ κι επτά μέρες από την άφιξη του κοριτσιού δεν έχουν βάλει ούτε ένα ρούχο πάνω τους. Οι δουλειές πάνε αρκετά καλά, αλλά θα μπορούσαν να πηγαίνουν και καλύτερα, λέει η Δεσποινίς Αζόρα και κοιτάζει το κορίτσι λες και απορεί και η ίδια γιατί κουβαλά κι άλλο βάρος.

«Σύντομα μπορεί να αδειάσει κάποια θέση εδώ πέρα».

«Δεν ξέρω να δουλεύω τον πηλό», λέει το κορίτσι. Οι άλλες γυναίκες γελάνε, αλλά η Δεσποινίς Αζόρα κουνά σιωπηλά τα χείλη της, σαν να κάνει υπολογισμούς από μέσα της.