Ursula K. Le Guin crafts five stories set in imagined worlds of the distant future, inviting reflection on freedom, identity and human rights, the environment, and the nature of power.
Ursula K. Le Guin (21/10/1929 – 22/01/2018) was an American novelist and poet with a major contribution to speculative fiction and is regarded as one of the most important American writers of the 20th century.
She was known for her polished, stylistically refined prose and for her bold, unconventional treatment of themes, strongly influenced by feminist and socially progressive ideas, as well as Taoism, ecology, metaphysics, and utopian thought.
Ursula K. Le Guin received multiple major awards in speculative fiction, including five Hugo Awards and six Nebula Awards. In 2013 she was named Grandmaster of Science Fiction by the Science Fiction and Fantasy Writers of America (SFWA), and in 2014 she received the National Book Award Medal for Distinguished Contribution to American Letters—an honor reflecting her wide influence across literature.
Daughter of anthropologists, she grew up in an intellectual environment, studied Medieval and Renaissance Romance literature, and published her first novel in 1966.
By 1970 she had already established herself as one of the most significant literary voices in science fiction and fantasy. Her work is diverse, spanning essays and poetry, and she also translated important works of world literature, including Laozi’s Tao Te Ching, one of the foundational texts of Chinese philosophy.
Her major works include the Earthsea series (1968–2001), The Dispossessed (1974), The Left Hand of Darkness (1969), and The Lathe of Heaven (1971).
Ursula K. Le Guin once again transports us to her own imagined worlds with stories set in a distant future and a faraway universe — the same universe as The Dispossessed and The Left Hand of Darkness. The five stories in this volume complete the collection first published in 1995 under the title Four Ways to Forgiveness, which originally consisted of four stories. These works belong to the Hainish Cycle, the fictional universe in which Le Guin unfolds the history of the Ekumen, the galactic confederation of colonies descended from the mother planet Hain.
In this universe, in a remote corner of space, lie the twin planets Werel and Yeowe, whose societies are divided between “owners” and “assets.” Their entire system is founded on absolute inequality and shaped by a harsh patriarchy. On Yeowe, however, the “assets” rise up against their “owners,” overthrowing the established order — an uprising that sends shockwaves through Werel, where fears grow that rebellion and civil war may soon spread there as well.
Here too, Le Guin explores the questions and concerns that run throughout her work: the nature of freedom, identity and gender rights, the environment, power, and oppression. Will humanity ever cease struggling with the forces that trouble it? Or is the endless search for something more — dissatisfaction, transformation, perpetual evolution — simply part of human nature?
Προδοσίες
«ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ Ο δεν έχει γίνει πόλεμος τα τελευταία πέντε χιλιάδες χρόνια», διάβασε, «και στον Γκεθέν δεν έχει γίνει ποτέ πόλεμος». Σταμάτησε το διάβασμα, για να ξεκουράσει τα μάτια της, αλλά και επειδή προσπαθούσε να διδάξει τον εαυτό της να διαβάζει αργά και όχι να κατεβάζει τις λέξεις αμάσητες, όπως κατάπινε ο Τικούλι το φαγητό του. Δεν έχει γίνει ποτέ πόλεμος: στο μυαλό της οι λέξεις έστεκαν καθαρές και φωτεινές, βυθισμένες σε μια άπειρη, σκοτεινή, απαλή δυσπιστία που τις περιέβαλλε. Πώς θα ήταν αυτός ο κόσμος, ένας κόσμος δίχως πόλεμο; Θα ήταν ο πραγματικός κόσμος. Η ειρήνη ήταν η αληθινή ζωή, η ζωή της εργασίας και της μάθησης και της ανατροφής των παιδιών έτσι που να δουλεύουν και να μαθαίνουν. Ο πόλεμος, που καταβρόχθιζε την εργασία, τη μάθηση και τα παιδιά,ήτανηάρνησητηςπραγματικότητας. Όμως οι άνθρωποί μου, σκέφτηκε, ξέρουν μόνο πώς να αρνούνται. Γεννιόμαστε στη σκοτεινή σκιά της καταχρασμένης εξουσίας, διώχνουμε την ειρήνη από τον κόσμο μας, ένα φως απρόσιτο που καθοδηγεί. Το μόνο που ξέρουμε να κάνουμε είναι να πολεμάμε. Η ειρήνη που μπορεί κάποιος από μας να φέρει στη ζωή του δεν είναι παρά μόνο η άρνηση ότι ο πόλεμος συνεχίζεται, μια σκιά της σκιάς, μια διπλή δυσπιστία.
Καθώς λοιπόν οι σκιές των σύννεφων κυλούσαν στους βάλτους και στη σελίδα του βιβλίου που ήταν ανοιχτό στα γόνατά της, αναστέναξε κι έκλεισε τα μάτια με τη σκέψη Είμαι ψεύτρα. Μετά ξανάνοιξε τα μάτια και συνέχισε να διαβάζει για τους άλλους κόσμους, τις μακρινές πραγματικότητες.
Ο Τικούλι, που κοιμόταν κουλουριασμένος γύρω από την ουρά του στην αδύναμη λιακάδα, αναστέναξε σαν να τη μι- μούνταν και έξυσε έναν ονειρικό ψύλλο. Ο Γκούμπου ήταν στις καλαμιές και κυνηγούσε· δεν τον έβλεπε, αλλά φορές-φορές έβλεπε την κορυφή κάποιας καλαμιάς να σαλεύει και μια φορά μια χήνα του βάλτου έκρωξε δυνατά και αγανακτισμένα.
Έτσι απορροφημένη που ήταν από την περιγραφή των αλλόκοτων κοινωνικών εθίμων των Ιθς, δεν είδε τον Ρουάντα παρά μόνο όταν είχε φτάσει στην πύλη και έμπαινε μέσα. «Α, ήρθες κιόλας», είπε ξαφνιασμένη, νιώθοντας απροετοίμαστη, ανίκανη, γριά, όπως ένιωθε κάθε φορά όταν ήταν με άλλους ανθρώπους. Όταν ήταν μόνητης, ένιωθε γριά μόνο όταν ήταν πολύ κουρασμένη ή άρρωστη. Ίσως τελικά να ήταν σωστό που ζούσε μόνη της. «Πέρνα μέσα», είπε, καθώς σηκώθηκε και έριξε το βιβλίο και το μάζεψε, και ένιωσε τον κότσο της να λύνεται. «Θα πάρω την τσάντα μου να φύγω, τότε».
«Μη βιάζεσαι», είπε ο νεαρός με την απαλή φωνή του. «Η Εγίντ δεν θα έρθει αμέσως».
Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που μου λες ότι δεν χρειάζεται να φύγω βιαστικά από το σπίτι μου, σκέφτηκε η Γιοζ, όμως δεν είπε τίποτα, έχοντας υποταχθεί στην ανυπόφορη, αξιολάτρευτη εγωκεντρικότητα των νέων. Πήγε και πήρε την τσάντα που χρησιμοποιούσε για τα ψώνια, τύλιξε πάλι τα μαλλιά της σε κότσο, έδεσε από πάνω τους ένα σάλι και βγήκε στη μικρή ανοιχτή βεράντα. Ο Γουάντα είχε κάτσει στην καρέκλα της· τινάχτηκε όρθιος όταν αυτή βγήκε. Ήταν ένα ντροπαλό αγόρι, ο πιο ευγενικός από τους δύο εραστές, σκέφτηκε η Γιοζ. «Διασκεδάστε», είπε με ένα χαμόγελο, ξέροντας ότι τον έφερνε σε αμηχανία. «Θα γυρίσω σε μερικές ώρες· πριν το ηλιοβασίλεμα». Πήγε στην πύλη, βγήκε έξω και ξεκίνησε παίρνοντας τον δρόμο από τον οποίο είχε έρθει ο Γουάντα, το μονοπάτι που οδηγούσε στον στριφογυριστό υπερυψωμένο ξυλόδρομο που περνούσε πάνω από τους βάλτους και έφτανε στο χωριό.
Δεν θα συναντούσε την Εγίντ στη διαδρομή. Η κοπέλα θα ερχόταν από τα βόρεια, ακολουθώντας ένα από τα μονοπάτια του βάλτου, έχοντας φύγει από το χωριό διαφορετική ώρα και σε διαφορετική κατεύθυνση από τον Γουάντα, για να μην προσέξει κανείς ότι μερικές ώρες κάθε εβδομάδα οι δύο νέοι έλειπαν την ίδια στιγμή. Ήταν τρελά ερωτευμένοι, ήταν ερωτευμένοι τρία χρόνια, και θα ζούσαν μαζί από πολύ καιρό, αν ο πατέρας του Γουάντα και ο αδελφός του πατέρα της Εγίντ δεν είχαν καβγαδίσει για ένα κομμάτι γης της Εταιρείας στον αναδασμό· ανάμεσα στις δύο οικογένειες είχε ξεκινήσει μια βεντέτα, που μέχρι στιγμής δεν είχε φτάσει σε αιματοχυσία, αλλά πάντως έκανε ανέφικτο αυτό το ερωτικό σμίξιμο. Η γη ήταν πολύτιμη· οι οικογένειες, παρόλο που ήταν φτωχές, επιδίωκαν και οι δύο την αρχηγία του χωριού. Τίποτα δεν μπορούσε να καταλαγιάσει αυτή την έχθρα. Το χωριό χωρίστηκε σε παρατάξεις. Η Εγίντ και ο Γουάντα δεν είχαν πού να πάνε, δεν είχαν δεξιότητες που θα τους βοηθούσαν να ζήσουν στις πόλεις, δεν είχαν συγγενείς της φυλής σε άλλα χωριά για να τους φιλοξενήσουν. Το πάθος τους ήταν παγιδευμένο στο μίσος των παλαιών. Η Γιοζ τους είχε πετύχει αγκαλιασμένους, κόντευε να κλείσει χρόνος πια, στο κρύο χώμα ενός νησιού στους βάλτους — είχε πέσει πάνω τους, όπως μια φορά είχε πέσει πάνω σε ένα ζευγάρι φελαφάκια που έστεκαν τελείως ασάλευτα στη φωλιά από χόρτα όπου τα είχε αφήσει η φελαφίνα. Αυτό το ζευγάρι ήταν τόσο τρομαγμένο, τόσο όμορφο και τόσο ανυπεράσπιστο, όσο τα φελάφια, και την είχαν ικετεύσει «να μην το πει»τόσο ταπεινά, τι να’ κανε; Έτρεμαν από το κρύο, τα γυμνά πόδια της Εγίντ ήταν λασπωμένα, έσφιγγαν ο ένας τον άλλον σαν να ήταν παιδιά. «Ελάτε στο σπίτι μου», τους είχε πει αυστηρά. «Για τ’ όνομα του Θεού!» Προχώρησε αγέρωχα. Δειλά- δειλά, την ακολούθησαν. «Θα ξαναγυρίσω σε καμιά ώρα», είπε όταν τους έβαλε στο σπίτι της, στο μοναδικό της δωμάτιο, με το κρεβάτι σε μια εσοχή του τοίχου ακριβώς πλάι στην καμινάδα. «Μη γεμίσετε το μέρος λάσπες!»
Εκείνη τη φορά είχε περιπλανηθεί στα μονοπάτια, σαν φρουρός, σε περίπτωση που ερχόταν κανείς ψάχνοντάς τους. Τώρα πια συνήθως πήγαινε στο χωριό, όσο τα «φελαφάκια» ήταν στο σπίτι της περνώντας μια γλυκιά ώρα.
Τόση ήταν η άγνοιά τους, που δεν είχαν σκεφτεί κάποιον τρόπο να την ευχαριστήσουν. Ο Γουάντα, ένας τυρφοκόπος, θα μπορούσε να την εφοδιάζει με φωτιά χωρίς να το μυριστεί κανείς άλλος, αλλά δεν είχαν αφήσει ποτέ ούτε ένα λουλούδι, αν και πάντα έστρωναν το κρεβάτι με τάξη. Ίσως πραγματικά να μην ένιωθαν ευγνωμοσύνη. Γιατί να νιώσουν; Τους έδινε μόνο ό,τι τους ανήκε, ένα κρεβάτι, μια ώρα ευχαρίστησης, μια στιγμή γαλήνης. Δεν ήταν δικό τους λάθος, ούτε δική της αρετή, που κανείς άλλος δεν τους τα έδινε αυτά.
Σήμερα οι δουλειές της την πήγαν στο μαγαζί του θείου τής Εγίντ. Ήταν ο ζαχαροπλάστης του χωριού. Την ευλαβική νηστεία την οποία σκόπευε να τηρήσει όταν είχε έρθει εδώ πριν από δύο χρόνια, τη γαβάθα με τους σπόρους μαζί με ένα μόνο ποτήρι νερό, όλα αυτά τα είχε εγκαταλείψει αμέσως. Η διατροφή με δημητριακά της είχε φέρει διάρροια, και το νερό από τους βάλτους δεν πινόταν. Έτρωγε όσα φρέσκα λαχανικά μπορούσε να αγοράσει ή να καλλιεργήσει, έπινε κρασί ή εμφιαλωμένο νερό ή χυμούς φρούτων από την πόλη, και κρατούσε ένα μεγάλο απόθεμα γλυκών — αποξηραμένα φρούτα, σταφίδες, ζαχαρωτά, ακόμα και τα κεκάκια που έφτιαχναν η μητέρα και οι θείες της Εγίντ, τους χοντρούς δίσκους με λιωμένη καρυδόψυχα από πάνω, που ήταν στεγνά, λαδερά, άγευστα, αλλά περιέργως ικανοποιητικά. Αγόρασε μια σακούλα απ’ αυτά και ένα καφετί στρογγυλό παρασκεύασμα από ζάχαρη και ξηρούς καρπούς, και κουτσομπόλεψε με τις θείες, τις μελαμψές γυναίκες που η ματιά τους πηδούσε συνεχώς δεξιά-αριστερά, που είχαν πάει στην αγρυπνία για τον γερο-Ουάντ την περασμένη νύχτα και ήθελαν να μιλήσουν γι’ αυτό. «Αυτοί οι άνθρωποι» — η οικογένεια του Γουάντα· η αναφορά έγινε με ένα βλέμμα, ένα ανασήκωμα των ώμων, μια περιφρονητική γκριμάτσα— είχαν φερθεί άσχημα, ως συνήθως, μέθυσαν, ξεκίνησαν καβγάδες, καυχήθηκαν, ζαλίστηκαν, γέμισαν το μέρος εμετό, τέτοιοι άπληστοι, νεόπλουτοι χοντράνθρωποι ήταν. Όταν η Γιοζ σταμάτησε στο πρακτορείο για να πάρει εφημερίδα (άλλος ένας όρκος που είχε καταπατήσει από πολύ καιρό· τότε σκόπευε να διαβάζει μόνο την Αρκάμιε και να την αποστηθίσει), ήταν εκεί και η μητέρα του Γουάντα, και η Γιοζ άκουσε ότι «εκείνοι οι άνθρωποι» —η οικογένεια της Εγίντ— στην αγρυπνία την περασμένη νύχτα είχαν καυχηθεί και είχαν ξεκινήσει καβγάδες και είχαν γεμίσει το μέρος εμετό. Δεν το άκουσε έτσι απλά· ρώτησε λεπτομέρειες, έμαθε όλα τα κουτσομπολιά· ήταν υπέροχο.
Τι ανόητη, σκέφτηκε, παίρνοντας αργά τον δρόμο της επιστροφής, ακολουθώντας τον ξυλόδρομο, τι ανόητη ήμουν που σκεφτόμουν ότι θα έπινα μόνο νερό και θα έμενα αμίλητη! Ποτέ, ποτέ δεν θα μπορέσω να αφήσω κάτι, οτιδήποτε. Ποτέ δεν θα είμαι ελεύθερη, ποτέ δεν θα μου αξίζει η ελευθερία. Ακόμα και η ηλικία δεν με κάνει να αφήσω κάτι. Ακόμα και ο χαμός της Σάφναν δεν μπορεί να με κάνει να το αφήσω.
Στέκονταν μπροστά από τους Πέντε Στρατούς. Ο Ενάρ είπε στον Καμίε, υψώνοντας το σπαθί του: Τα χέρια μου κρατάνε τον θάνατό σου, Άρχοντά μου! Ο Καμίε απάντησε: Αδελφέ, κρατάνε τον δικό σου θάνατο.
Τουλάχιστον αυτές τις φράσεις τις ήξερε. Όλοι τις ήξεραν. Και μετά ο Ενάρ έριξε κάτω το σπαθί του, επειδή ήταν ήρωας και άγιος άνθρωπος, ο νεότερος αδελφός του Κυρίου. Αλλά δεν μπορώ να αφήσω τον θάνατό μου. Θα τον κρατήσω ως το τέλος, θα τον λατρεύω, θα τον μισώ, θα τον τρώω, θα τον πίνω, θα τον ακούω, θα του δίνω το κρεβάτι μου, θα τον θρηνώ, τα πάντα εκτός από το να τον αφήσω.
Σήκωσε το βλέμμα, βυθισμένη σε σκέψεις, και κοίταξε τους βάλτους: ο ουρανός ήταν ένα ασυννέφιαστο θολό γαλάζιο που καθρεφτιζόταν σε ένα μακρινό κανάλι που έστριβε, και το χρυσό φως του ήλιου σκέπαζε τα γκριζοκαφέ στρώματα του καλαμιώνα και τους βλαστούς των καλαμιών. Φυσούσε ο σπάνιος, απαλός δυτικός άνεμος. Μια τέλεια μέρα. Η ομορφιά του κόσμου, η ομορφιά του κόσμου! Ένα σπαθί στο χέρι μου, που στρέφεται ενάντιά μου.Γιατί κάνεις την ομορφιά που μας σκοτώνει, Άρχοντά μου;
Συνέχισε τον δρόμο της με βαριά βήματα, σφίγγοντας το σάλι της με ένα τίναγμα δυσαρέσκειας. Αν συνέχιζε έτσι, σε λίγο θα τριγυρνούσε στους βάλτους και θα φώναζε δυνατά, σαν τον Άμπερκαμ.
Και να τον εκεί, σαν να τον είχε καλέσει η σκέψη της: προ- χωρούσε παραπατώντας με τον τυφλό τρόπο του, σαν να μην έβλεπε ποτέ τίποτα εκτός από τις σκέψεις του, χτυπώντας τον δρόμο με το ραβδί του σαν να σκότωνε φίδι. Γύρω από το πρόσωπό του ανέμιζαν μακριά, γκρίζα μαλλιά. Δεν φώναζε, αυτό το έκανε μόνο τη νύχτα, και τώρα είχε καιρό να φωνάξει, αλλά μιλούσε, είδε τα χείλη του να κινούνται. Μετά την είδε και έκλεισε το στόμα του, και βούλιαξε στον εαυτό του, επιφυλακτικός σαν ζώο. Πλησίασαν ο ένας τον άλλον στον στενό ξυλόδρομο, και πουθενά αλλού ανθρώπινο ον σ’ εκείνη την ερημιά των καλαμιών και της λάσπης, και του αέρα και του νερού.
«Καλό απόγευμα, Αρχηγέ Άμπερκαμ», είπε η Γιοζ, όταν τους χώριζαν μερικά βήματα μόνο. Τι μεγαλόσωμος άνδρας που ήταν· ξεχνούσε πόσο ψηλός και πλατύς και βαρύς ήταν, μέχρι που τον είδε ξανά, το σκούρο δέρμα του ήταν απαλό σαν νεαρού, αλλά το κεφάλι του ήταν σκυφτό και τα μαλλιά του γκρίζα και αχτένιστα. Μια πελώρια γαμψή μύτη και δύσπιστα μάτια που δεν έβλεπαν. Μουρμούρισε έναν χαιρετισμό, χωρίς να επιβραδύνει το βήμα του.
Σήμερα η Γιοζ έκρυβε μέσα της ένα πειραχτήρι· είχε σιχαθεί τις σκέψεις και τους καημούς και τα ελαττώματά της. Κοντοστάθηκε, κι έτσι αναγκάστηκε κι εκείνος να κοντοσταθεί, αλλιώς θα έπεφτε πάνω της, και είπε: « Ήσουν στην αγρυπνία χτες βράδυ;»
Εκείνος την «κοίταξε» υψώνοντας τα μάτια· η Γιοζ ένιωσε ότι εστίαζε πάνω της, ή σε ένα κομμάτι της· τελικά είπε: «Αγρυπνία;»
«Χτες βράδυ έθαψαν τον γερο-Ουάντ. Όλοι οι άνδρες μέθυσαν, και ευτυχώς που δεν ξέσπασε η βεντέτα».
«Βεντέτα;» επανέλαβε εκείνος με βαθιά φωνή. Ίσως δεν είχε πια την ικανότητα να εστιάσει, αλλά η Γιοζ είχε την επιθυμία να του μιλήσει, να αγγίξει κάτι μέσα του. «Οι Ντεβί και οι Καμάνερ. Έχουν αντιδικία για κείνο το νησί στα βόρεια του χωριού, που μπορεί να καλλιεργηθεί. Και τα καημένα τα παιδιά θέλουν να είναι σύντροφοι, και οι πατεράδες τους τα απειλούν ότι θα τα σκοτώσουν αν ρίξουν έστω και μια ματιά ο ένας στον άλλον. Τι ηλιθιότητα! Γιατί δεν μοιράζουν το νησί και να αφήσουν τα παιδιά να γίνουν ζευγάρι και να το μοιραστούν; Θα έχουμε αίματα κάποια μέρα, νομίζω».
«Αίματα», είπε ο Αρχηγός, επαναλαμβάνοντας σαν καθυστερημένος, και μετά αργά, μ’ εκείνη τη μακρόσυρτη βαθιά φωνή, τη φωνή που η Γιοζ είχε ακούσει να κραυγάζει με αγωνία τη νύχτα στους βάλτους, «Αυτοί οι άνδρες. Αυτοί οι μαγαζάτορες. Έχουν ψυχή ιδιοκτήτη. Δεν σκοτώνουν. Αλλά δεν μοιράζονται. Αν είναι ιδιοκτησία, δεν την αφήνουν. Ποτέ».
Η Γιοζ ξανάδε το υψωμένο σπαθί.
«Ω», έκανε με ανατριχίλα. «Τότε τα παιδιά πρέπει να περιμένουν… μέχρι να πεθάνουν οι γέροι…»
«Πολύ αργά», είπε εκείνος. Η ματιά του αντάμωσε για μια στιγμή τη δική της, διαπεραστική και παράξενη· έπειτα έριξε πίσω τα μαλλιά του με ανυπομονησία, γρύλισε κάτι σαν αποχαιρετισμό και ξεκίνησε τόσο απότομα, που η Γιοζ σχεδόν στριμώχτηκε στο πλάι για να βγει από τον δρόμο του. Έτσι περπατούν οι αρχηγοί, σκέφτηκε πικρόχολα, καθώς συνέχιζε κι εκείνη. Μεγάλοι, φαρδιοί, πιάνουν όλο τον χώρο, τσαλαπατούν τη γη. Και έτσι, έτσι περπατά μια γριά γυναίκα, στην άκρη, στην άκρη.
Ακούστηκε ένας παράξενος ήχος πίσω της —πυροβολισμός, σκέφτηκε, γιατί οι συνήθειες της πόλης μένουν στα νεύρα— και έκανε απότομα μεταβολή. Ο Άμπερκαμ είχε σταθεί και έβηχε εκρηκτικά, δυνατά· ο μεγάλος σκελετός του ήταν καμπουριασμένος από τους σπασμούς που κόντευαν να τον ρίξουν κάτω. Η Γιοζ ήξερε αυτού του είδους τον βήχα. Έλεγαν ότι η Οικουμένη είχε φάρμακα γι’ αυτόν, αλλά εκείνη είχε φύγει από την πόλη πριν τα φέρουν. Πήγε κοντά στον Άμπερκαμ και, όταν του πέρασε ο παροξυσμός και στεκόταν λαχανιασμένος, με κάτωχρο πρόσωπο, του είπε: « Έχεις μπερλότ· σου περνά ή σε έπιασε τώρα;»
Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Εκείνη περίμενε.
Καθώς περίμενε, σκέφτηκε: Τι με νοιάζει αν είναι άρρωστος ή όχι; Τον νοιάζει αυτόν; Ήρθε εδώ για να πεθάνει, τον άκουσα να ουρλιάζει στους βάλτους, στο σκοτάδι, τον περασμένο χειμώνα. Να ουρλιάζει με αγωνία. Να τον τρώει η ντροπή, σαν άνθρωπος με καρκίνο που τον έχει φάει ο καρκίνος, αλλά δεν μπορεί να πεθάνει.
«Δεν πειράζει», είπε εκείνος βραχνά, θέλοντας μόνο να τον αφήσει ήσυχο· εκείνη κατένευσε και συνέχισε τον δρόμο της. Ας πεθάνει. Πώς μπορεί να ζει ξέροντας τι έχει χάσει, την εξουσία του, την τιμή του, ξέροντας τι έχει κάνει; Είπε ψέματα, πρόδωσε τους οπαδούς του, καταχράστηκε. Ο τέλειος πολιτικός. Ο μεγάλος Αρχηγός Άμπερκαμ, ήρωας της Απελευθέρωσης, ηγέτης του Παγκόσμιου Κόμματος, που είχε καταστρέψει το Παγκόσμιο Κόμμα με την απληστία του και την αφροσύνη του.
Έριξε μια φευγαλέα ματιά πίσω της. Εκείνος βάδιζε πολύ αργά, ίσως να είχε σταματήσει, δεν ήταν σίγουρη. Συνέχισε, στρίβοντας δεξιά, εκεί που ο ξυλόδρομος έκανε διχάλα, στο μονοπάτι του βάλτου που κατέληγε στο σπιτάκι της.
Πριν από τριακόσια χρόνια οι βάλτοι αυτοί ήταν μια πελώρια, πλούσια αρώσιμη πεδιάδα, μία από τις πρώτες που είχαν αρδευτεί και καλλιεργηθεί από την Αγροτική Εταιρεία, όταν είχε φέρει τους σκλάβους της από τον Βερέλ στην Αποικία Γεοβέ. Η άρδευση ήταν υπερβολικά καλή, το ίδιο και η καλλιέργεια· τα χημικά λιπάσματα και τα άλατα του εδάφους είχαν συσσωρευτεί μέχρι που τίποτα δεν φύτρωνε, και οι Ιδιοκτήτες πήγαν αλλού για τα κέρδη τους. Οι όχθες των καναλιών άρδευσης γκρεμίστηκαν εδώ κι εκεί, και τα νερά του ποταμού κύλησαν πάλι ελεύθερα, φτιάχνοντας λιμνούλες και μαιάνδρους, ξεπλένοντας και καθαρίζοντας σιγά-σιγά τη γη. Φύτρωσαν καλαμιές, χιλιόμετρα ατέλειωτα, που υποκλίνονταν λιγάκι στον αέρα, κάτω από τις σκιές των σύννεφων και τα φτερά των πουλιών με τα μακριά πόδια. Εδώ κι εκεί, σε κάποια νησιά με έδαφος βραχώδες, απέμεναν μερικά χωράφια με χωριά σκλάβων, μερικοί κολίγες που είχαν εγκαταλειφθεί εκεί, άχρηστοι άνθρωποι σε άχρηστη γη. Η ελευθερία της ερήμωσης. Και υπήρχαν μοναχικά σπίτια διάσπαρτα στους βάλτους.
Οι άνθρωποι στον Βερέλ και στον Γεοβέ, όταν γερνούσαν, μπορούσαν να καταφύγουν στη σιωπή, όπως τους πρότεινε η θρησκεία τους: όταν τα παιδιά τους μεγάλωναν, όταν η ψυχή τους δυνάμωνε, ενώ το σώμα τους γινόταν αδύναμο, άφηναν τη ζωή τους πίσω κι έρχονταν μ’ άδεια χέρια σε μοναχικά μέρη. Ακόμα και στις Φυτείες, τα Αφεντικά άφηναν τους γέρους σκλάβους να πηγαίνουν στην ερημιά, να πηγαίνουν εκεί ελεύθεροι. Εδώ στον βορρά, οι ελευθερωμένοι των πόλεων έρχονταν στη γη των βάλτων και ζούσαν σαν αναχωρητές στα μοναχικά σπίτια. Τώρα, μετά την Απελευθέρωση, έρχονταν ακόμα και γυναίκες.
Μερικά σπίτια ήταν μισογκρεμισμένα και μπορούσε να τα διεκδικήσει οποιοσδήποτε ψυχοπλάστης· μερικά, σαν την καλύβα της Γιοζ με την καλαμοσκεπή, ανήκαν σε χωρικούς που τα συντηρούσαν και τα έδιναν σε αναχωρητές δίχως να ζητούν νοίκι, ως θρησκευτικό καθήκον, ως μέσο για να πλουτίσουν την ψυχή τους. Της Γιοζ της άρεσε να ξέρει ότι ήταν πηγή πνευματικού κέρδους για τον ιδιοκτήτη του σπιτιού της· ήταν ένας σφιχτοχέρης άνθρωπος, που ο λογαριασμός του με τη Θεία Πρόνοια ήταν κατά τα άλλα χρεωστικός. Της άρεσε να νιώθει χρήσιμη. Το θεωρούσε άλλο ένα δείγμα της ανικανότητάς της να εγκαταλείψει τον κόσμο, όπως την πρόσταζε ο Άρχοντας Καμίε. Δεν είσαι πια χρήσιμη, της είχε πει με εκατό διαφορετικούς τρόπους, ξανά και ξανά, μετά τα εξήντα της, μα εκείνη δεν άκουγε. Είχε παρατήσει τον σαματά του κόσμου και είχε έρθει στους βάλτους, αλλά είχε αφήσει τον κόσμο να κουβεντιάζει και να κουτσομπολεύει και να τραγουδά και να κλαίει στ’ αφτιά της. Δεν άκουγε τη χαμηλή φωνή του Άρχοντα.
Όταν έφτασε στο σπίτι, η Εγίντ και ο Γουάντα είχαν φύγει· το κρεβάτι ήταν τακτικά στρωμένο, και το αλεπουδόσκυλο, ο Τικούλι, κοιμόταν εκεί πάνω, κουλουριασμένος γύρω από την ουρά του. Ο Γκούμπου, ο πιτσιλωτός γάτος, έκανε βόλτες ζητώντας το δείπνο του. Τον σήκωσε και χάιδεψε τη μεταξένια, γεμάτη βούλες ράχη του, ενώ αυτός τη μύριζε κάτω από το αφτί, βγάζοντας το συνηθισμένα ρου-ρου-ρου ευχαρίστησης και στοργής· μετά, τον τάισε. Ο Τικούλι δεν έδωσε σημασία, κάτι που ήταν παράξενο. Ο Τικούλι κοιμόταν υπερβολικά πολύ. Εκείνη κάθισε στο κρεβάτι και έξυσε τις ρίζες των σκληρών κοκκινότριχων αφτιών του. Αυτός ξύπνησε και χασμουρήθηκε, και την κοίταξε με απαλά κεχριμπαρένια μάτια, και η κόκκινη πλουμιστή ουρά του σάλεψε.
«Δεν πεινάς;» τον ρώτησε. Θα φάω για να σε ευχαριστήσω, της απάντησε ο Τικούλι, κατεβαίνοντας μουδιασμένα από το κρεβάτι. «Ω Τικούλι, γερνάς», είπε η Γιοζ, και το σπαθί άγγιξε την καρδιά της. Η κόρη της η Σάφναν της είχε δώσει τον Τικούλι, ένα μικρό κόκκινο κουταβάκι, έναν κόμπο όλο πατούσες και πλουμιστή ουρά — πριν από πόσα χρόνια; Οκτώ χρόνια. Πολύς καιρός. Μια ολόκληρη ζωή για ένα αλεπουδόσκυλο.
Πάνω από μια ζωή για τη Σάφναν. Πάνω από μια ζωή για τα παιδιά της· τα εγγόνια της Γιοζ, τον Ενκάμα και την Ίγιε.
Αν εγώ είμαι ζωντανή, αυτοί είναι νεκροί, σκέφτηκε η Γιοζ, όπως σκεφτόταν πάντα· αν αυτοί είναι ζωντανοί, εγώ είμαι νεκρή. Πήγαν στο πλοίο που πάει σαν το φως· μεταφράζονται σε φως. Όταν ξαναγυρίσουν στη ζωή, όταν βγουν από το πλοίο στον κόσμο που λέγεται Χάιν, θα έχουν περάσει ογδόντα χρόνια από τη μέρα που έφυγαν, κι εγώ θα είμαι νεκρή, θα είμαι πολύ καιρό νεκρή· είμαι νεκρή. Με άφησαν και είμαι νεκρή. Να είναι ζωντανοί, Κύριε, γλυκέ μου Κύριε, να είναι ζωντανοί, εγώ θα είμαι νεκρή. Ήρθα εδώ για να πεθάνω. Δεν μπορώ, δεν μπορώ να τους αφήσω να είναι νεκροί για μένα.
Η κρύα μύτη του Τικούλι άγγιξε το χέρι της. Τον κοίταξε προσεκτικά. Το κεχριμπάρι των ματιών του είχε σκοτεινιάσει, είχε γίνει γαλαζωπό. Χάιδεψε το κεφάλι του, έξυσε τις ρίζες των αφτιών του, σιωπηλά.