URSULA K.
LE GUIN

MALAFRENA

Translation Klairi Papamihail

Malafrena, one of Le Guin’s few historical novels, is set in an imagined 19th-century Eastern European country. It is an epic that lays bare the contradictions of ideology, the human cost of history, and the struggle for justice and freedom.

Pages
520
Author
URSULA K.
LE GUIN
ISBN
978-960-521-363-3
Translation
Klairi Papamihail
Dimensions
14
x
21

Around 1820, in Orsinia, a country ruled by an authoritarian regime, a young man leaves his home in the Malafrena valley and travels to the capital, a city alive with progressive ideas and the promise of change. There, he finds himself caught between his personal desires and his involvement in an organised political movement.

What does freedom mean when its cost is so high? In this novel, Ursula K. Le Guin follows the unfolding of a young man’s consciousness as he struggles to answer that question.

Malafrena, by Ursula K. Le Guin, stands apart within her body of work. A richly layered novel, it pays tribute to the reading and intellectual influences that shaped her writing. It has been described as “radical, with moral depth” and as a novel of maturity and clarity of vision.

The Orsinia cycle also includes the short story collection “Orsinian Tales”, which will soon be published by Aiolos Editions.

ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Christian Holub

Entertainment Weekly

URSULA K.
LE GUIN
18,55 
SILVIA
AVALLONE
22,00 
JAMES
MARLON
27,56 
Ι.N.J.
CULLBARD
16,43 
ITAMAR
VIEIRA JUNIOR
19,60 
JACQUELINE
HARPMAN
17,49 

Μέρος Πρώτο: Στις Επαρχίες

Ι .

ΜΙΑ ΑΝΑΣΤΡΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΜΑΪΟΥ η πόλη κοιμόταν και το ποτάμι κυλούσε ήρεμα μέσα στις σκιές. Πάνω από τα άδεια προαύλια του πανεπιστημίου δέσποζε ο πύργος του παρεκκλησιού, γεμάτος σιωπηλές καμπάνες. Ένας νεαρός σκαρφάλωνε την τρίμετρη σιδερένια καγκελόπορτα του περίβολου του παρεκκλησιού. Κρατώντας σφιχτά τα κάγκελα, πήδηξε μέσα και διέσχισε τον περίβολο ως τη βαριά πόρτα. Τράβηξε από την τσέπη του παλτού του ένα μεγάλο χαρτί και το ξεδίπλωσε· ψαχούλεψε λίγο ακόμα κι εμφάνισε ένα καρφί· έσκυψε κι έβγαλε ένα από τα παπούτσια του. Αφού τοποθέτησε το χαρτί και το καρφί ψηλά στη δρύινη πόρτα με τη σιδερένια μπάρα, σήκωσε το παπούτσι, έκανε μια παύση, το κατέβασε με δύναμη. Ο ήχος του χτυπήματος έσκασε στις σκοτεινές πέτρινες αυλές κι εκείνος έκανε άλλη μια παύση, σαν να αιφνιδιάστηκε από τον θόρυβο. Μια φωνή, όχι πολύ μακρύτερα, κάτι φώναξε, το σίδερο έξυσε την πέτρα. Έδωσε άλλα τρία χτυπήματα μέχρι που το καρφί χώθηκε στο ξύλο κι έπειτα, φορώντας το ένα παπούτσι και κρατώντας το άλλο, έτρεξε αναπηδώντας προς την καγκελόπορτα, πέταξε από πάνω το παπούτσι του, σκαρφάλωσε και πέρασε από την άλλη μεριά· μες στη βιασύνη του έπιασε σ’ ένα κάγκελο τις άκρες του παλτού του, πήδηξε έξω ακούγοντάς το να σκίζεται και χάθηκε στις σκιές λίγο πριν φτάσουν δύο αστυνομικοί. Εκείνοι έλεγξαν τον περίβολο του παρεκκλησιού, διαφώνησαν στα γερμανικά για το ύψος της καγκελόπορτας, τράνταξαν το λουκέτο της κι απομακρύνθηκαν, με τις μπότες τους να αντηχούν στο λιθόστρωτο. Ο νεαρός ξεμύτισε πολύ προσεκτικά, ψάχνοντας μέσα στο σκοτάδι το παπούτσι του. Γελούσε μανιασμένα αλλά σιωπηλά. Στάθηκε αδύνατο να το βρει. Οι φρουροί επέστρεφαν. Διέσχισε τους σκοτεινούς δρόμους περπατώντας με τις κάλτσες, ενώ οι καμπάνες του καθεδρικού ναού του Σολάριυ σήμαιναν μεσάνυχτα.

Την επόμενη μέρα, μόλις οι καμπάνες σήμαναν μεσημέρι, ολοκληρώθηκε μια διάλεξη για την αποστασία του Ιουλιανού και ο νεαρός έβγαινε από την αίθουσα μαζί με άλλους φοιτητές, όταν άκουσε το όνομά του: «Χερ1 Σόρντε. Χερ Ίταλε Σόρντε».

Οι φοιτητές, αμίλητοι και αφηρημένοι, πέρασαν δίπλα από τον ένστολο αξιωματικό της φρουράς του πανεπιστημίου χωρίς να του ρίξουν ούτε μια ματιά· ο μόνος που σταμάτησε ήταν αυτός.

«Ναι, εσείς, ο χερ πρύτανης θέλει να σας δει, από εδώ παρακαλώ, χερ Σόρντε».

Ένα κόκκινο περσικό χαλί, πολύ φθαρμένο, κάλυπτε το δάπεδο του πρυτανικού γραφείου. Στην αριστερή μεριά της μύτης του πρύτανη υπήρχε ένα μελανό εξόγκωμα· ήταν κρεατοελιά; Σημάδι εκ γενετής; Κοντά στα παράθυρα στεκόταν ένας άλλος άντρας.

«Απαντήστε, παρακαλώ, στην ερώτησή μας, κύριε Σόρντε».

Αυτός κοίταξε το χαρτί που του έτεινε ο άλλος άντρας: μια τετράγωνη κόλα, γύρω στο ένα μέτρο η κάθε πλευρά της, μισή αφίσα που ανακοίνωνε την πώληση βοοειδών για κάρα στις 5 Ιουνίου 1825 στην αγορά του Σολάριυ. Στο κενό κάτω μέρος της κάποιος είχε γράψει με μεγάλα, ευανάγνωστα γράμματα:

Ελάτε, λοιπόν, βάλτε στον λαιμό τον ζυγό των Μίλερ, φον Γκεντς και φον Χάλερ!

Αντί για τον Νου τον Κοινό,
τα Καλύτερα Γκουβέρνα δώσαν στον λαό τους Μίλερ, φον Γκεντς και φον Χάλερ2.

«Εγώ το έγραψα», παραδέχτηκε ο νεαρός.
«Και…» Ο πρύτανης κοίταξε πρώτα τον άλλον άντρα, ύστερα

έξω από τα παράθυρα και τελικά ρώτησε με ήπια αποδοκιμαστικό ύφος. «Και το καρφώσατε στη θύρα του παρεκκλησιού;» «Μάλιστα. Ολομόναχος. Κανείς δεν ήταν μαζί μου. Επρόκειτο για αποκλειστικά δική μου ιδέα».

«Αγαπητό μου παιδί», είπε ο πρύτανης, σώπασε για λίγο, συνοφρυώθηκε και συνέχισε: «Παιδί μου, η ιερότης του χώρου, αν μη τι άλλο…»

«Ακολουθούσα ένα ιστορικό προηγούμενο. Σπουδάζω Ιστορία». Το χλομό πρόσωπο του νεαρού έγινε κατακόκκινο.

«Υποδειγματικός φοιτητής ως τώρα», είπε ο πρύτανης. «Είναι τωόντι πολύ λυπηρό. Ακόμα και ως κακόγουστη φάρσα να εκληφθεί…»

«Με συγχωρείτε, κύριε πρύτανη, δεν είναι φάρσα!». Ο πρύτανης μόρφασε κι έκλεισε τα μάτια του.

«Είναι προφανές πως ο σκοπός ήταν σοβαρός· ειδάλλως, για ποιον λόγο με καλέσατε;»

«Νεαρέ», είπε ο άλλος άντρας, ο άντρας δίχως κρεατοελιά, δίχως τίτλο, δίχως όνομα, «μιλάτε για σοβαρότητα· ξέρετε, μπορεί να έχετε σοβαρά προβλήματα αν επιμείνετε».

Αυτή τη φορά ο νεαρός άσπρισε σαν το πανί. Κοίταξε τον άντρα και τελικά έκανε απρόθυμα μια πολύ σύντομη και άκαμπτη υπόκλιση.

Έστρεψε πάλι το βλέμμα του στον πρύτανη και είπε με αφύσικη φωνή: «Δεν σκοπεύω να απολογηθώ, κύριε πρύτανη. Θα αποσυρθώ από το πανεπιστήμιο. Δεν έχετε δικαίωμα να μου ζητήσετε κάτι περισσότερο».

«Δεν ζήτησα αυτό, κύριε Σόρντε. Ηρεμήστε, σας παρακαλώ, και ακούστε με. Αυτό είναι το τελευταίο σας τρίμηνο στο πανεπιστήμιο. Επιθυμούμε να ολοκληρώσετε τις σπουδές σας χωρίς εμπόδια ή οχλήσεις». Χαμογέλασε, και η μελανή κρεατοελιά στη μύτη του μετακινήθηκε πάνω-κάτω. «Σας ζητώ, λοιπόν, να μου υποσχεθείτε πως το υπόλοιπο τρίμηνο δεν θα παρευρεθείτε σε καμία φοιτητική συνάθροιση και θα παραμένετε στο σπίτι, στα δωμάτιά σας, από τη δύση του ηλίου έως το πρωί. Αυτά εν συντομία, κύριε Σόρντε. Θα μου δώσετε τον λόγο σας;»

«Μάλιστα», συναίνεσε ύστερα από μια σύντομη παύση ο νεαρός.

Όταν έφυγε, ο επαρχιακός επιθεωρητής δίπλωσε το χαρτί και το ακούμπησε χαμογελώντας στο γραφείο του πρύτανη. « Ένας παθιασμένος νέος», παρατήρησε.

«Ναι, μια απλή νεανική απερισκεψία, τίποτε περισσότερο».

«Ο Λούθηρος είχε ενενήντα πέντε θέσεις3», είπε ο επαρχιακός επιθεωρητής, «ενώ αυτός μόνο μία, απ’ ό,τι φαίνεται».

Η συζήτηση διεξαγόταν στα γερμανικά. «Χα, χα, χα», γέλασε επιδοκιμαστικά ο πρύτανης. «Σκοπεύει να ακολουθήσει πολιτική καριέρα; Να ασχοληθεί με τα νομικά;»

« Όχι, θα επιστρέψει στα οικογενειακά κτήματα. Είναι μοναχογιός. Τον πρώτο χρόνο που δίδαξα, είχα μαθητή τον πατέρα του. Στη Βαλ Μαλαφρένα, πάνω στα βουνά, στα βάθη της χώρας, ξέρετε τώρα, εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μακριά από οπουδήποτε».

Ο επαρχιακός επιθεωρητής χαμογέλασε.

Όταν αποχώρησε κι αυτός, ο πρύτανης στέναξε. Κάθισε στο γραφείο του και κοίταξε το πορτρέτο στον απέναντι τοίχο· το βλέμμα του, αφηρημένο στην αρχή, έγινε σταδιακά πιο διαπεραστικό. Το πορτρέτο απεικόνιζε μια καλοντυμένη εύσαρκη γυναίκα με σαρκώδες το κάτω χείλι της, τη Μεγάλη Δούκισσα Μαρία, εξαδέλφη του αυτοκράτορα Φραγκίσκου της Αυστρίας. Στον πάπυρο που κρατούσε, τα κόκκινα και μπλε χρώματα της Ορσίνια ήταν χωρισμένα στα τέσσερα από τον μαύρο δικέφαλο αετό της Αυτοκρατορίας. Πριν από δεκαπέντε χρόνια το πορτρέτο στον τοίχο ήταν του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Πριν από τριάντα χρόνια ήταν του βασιλιά Στέφανου Δ, ντυμένουμε την επίσημη στολή της στέψης του. Πριν από τριάντα χρόνια, όταν ο πρύτανης είχε γίνει κοσμήτορας, καλούσε πάνω σ’ αυτό το χαλί μαθητές για τις ζαβολιές τους, τους τα ’ψελνε ένα χεράκι και τους στηλίτευε, εκείνοι έδειχναν ντροπιασμένοι και μετά χαμογελούσαν πονηρά. Δεν χλόμιαζαν τα πρόσωπά τους. Ούτε ο ίδιος είχε αισθανθεί τώρα την οδυνηρή επιθυμία να απολογηθεί, να πει στον νεαρό Σόρντε «Συγγνώμη… Βλέπετε πώς έχουν τα πράγματα!»

Στέναξε πάλι και κοίταξε τα έγγραφα που έπρεπε να εγκρίνει, την κυβερνητική αναθεώρηση του προγράμματος σπουδών, όλα στα γερμανικά. Φόρεσε τα ματογυάλια του και άνοιξε τον φάκελο με χέρια απρόθυμα και πρόσωπο κουρασμένο κάτω από τη λάμψη του μαγιάτικου μεσημεριού που εισέβαλλε από τα παράθυρα.

Στο μεταξύ, ο Σόρντε είχε πάει στο πάρκο, κατά μήκος του Μόλζεν, και καθόταν σ’ ένα παγκάκι. Κάτω από θαμνώδεις ιτιές το ποτάμι απλωνόταν γκριζογάλανο στη λιακάδα. Τα πάντα ήταν ήσυχα, το ποτάμι, ο ουρανός, τα φύλλα των δέντρων με φόντο τον ουρανό, το φως του ήλιου, ένα περιστέρι που λιαζόταν και περπατούσε κορδωμένο στο λιθόστρωτο. Στην αρχή καθόταν συνοφρυωμένος με τα χέρια στα γόνατά του, ενώ τα συναισθήματα καθρεφτίζονταν έντονα στην έκφρασή του· λίγο-λίγο άρχισε να χαλαρώνει, τέντωσε τα μακριά του πόδια κι έπειτα άπλωσε τα μπράτσα του στην πλάτη του πάγκου. Το πρόσωπό του, όπου ξεχώριζε η μεγάλη μύτη, τα πυκνά φρύδια και τα γαλάζια μάτια, πήρε μια έκφραση πιο ονειροπόλα, σχεδόν νυσταγμένη. Χάζευε το ποτάμι να κυλάει.

Μια φωνή ακούστηκε σαν πυροβολισμός. «Να τον!» Εκείνος στράφηκε αργά. Οι φίλοι του τον είχαν βρει.

Ο Φρένιν, ξανθός, γεροδεμένος, είπε βλοσυρά: «Δεν απέδειξες καθόλου τη θέση σου, δεν βλέπω την απόδειξη».

« Ότι οι λέξεις είναι πράξεις; Λέξεις ήταν αυτές που κάρφωσα εκεί πέρα…»

«Η πράξη όμως ήταν πως τις κάρφωσες…»

«Μα από τη στιγμή που βρίσκονταν εκεί, αυτές οι λέξεις θα γίνονταν πράξη και θα έφερναν αποτελέσματα…»

«Τι αποτελέσματα έφεραν στη δική σου περίπτωση;» ρώτησε ο Μπρελαβάι, ένας ψηλόλιγνος μελαχρινός νεαρός με ειρωνικό βλέμμα.

«Να μην παραστώ σε καμία συνάθροιση. Περιορισμό κατ’ οίκον τα βράδια».

«Η Αυστρία θα σε κρατήσει αγνό, μα τον Θεό». Ο Μπρελαβάι γέλασε ενθουσιασμένος. «Είδες το πλήθος μπροστά στο παρεκκλήσι σήμερα το πρωί; Όλο το πανεπιστήμιο το διάβασε πριν το βρουν οι Στρουθοκάμηλοι 4. Χριστέ μου! Νόμιζα πως θα μας συλλαμβάνανε όλους!»

«Πώς ήξεραν ότι το έκανα εγώ;»

«Πήγαινε στον υπεύθυνο της τάξης, χερ Σόρντε», αποκρίθηκε ο Φρένιν. «Das wurde ich auch gerne wissen!5»

«ΟπρύτανηςδενείπετίποταγιατηνΑμικτίγια. Ήτανένας Στρουθοκάμηλος εκεί. Λέτε να προκαλέσει μπελάδες στον σύλλογο;»

« Άλλη μια καλή ερώτηση».

« Άκου εδώ, Φρένιν!» ξέσπασε ο Μπρελαβάι — είχαν περάσει κι οι δυο την τελευταία ώρα ψάχνοντας με αγωνία τον Ίταλε και ήταν αναστατωμένοι και πεινασμένοι. «Εσύ είσαι αυτός που μας λέει συνέχεια ότι μιλάμε και δεν κάνουμε τίποτα. Τώρα ο Ίταλε έκανε κάτι κι εσύ αρχίζεις τα παράπονα! Προσωπικά, δεν με νοιάζει αν ο σύλλογος έχει μπελάδες, είναι όλοι τους βλάκες, δεν απορώ καθόλου που υπάρχει κάποιος κατάσκοπος ανάμεσά τους».Καικάθισεστοπαγκάκι,δίπλαστον Ίταλε.

«Αν μ’ άφηνες να τελειώσω, Τομάς», είπε ο Φρένιν και έκατσε κι αυτός μαζί τους στο παγκάκι, «θα έλεγα το εξής: Υπάρχουν περίπου πέντε από μας στην Αμικτίγια που παίρνουν στα σοβαρά τις ιδέες, σωστά; Λοιπόν, ύστερα απ’ αυτό, με τον Ίταλε

υπό επιτήρηση και όλο τον σύλλογο ύποπτο, φτάνουμε πια στο σημείο που πρέπει να αποφασίσουμε πόσο σοβαροί είμαστε. Είμαστε μέλη μόνο για το κρασί και τα τραγούδια, ή υπάρχει και κάτι παραπάνω; Καρφώνεις τους στίχους σου, δέχεσαι την επίπληξή σου, τελειώνεις τις σπουδές σου και γυρίζεις πίσω στο αγρόκτημά σου, ή στην πραγματικότητα υπάρχουν περαιτέρω συνέπειες; Είναι οι λέξεις μας πράξεις;»

«Εσύ τι σκέφτεσαι, Γκίβαν;»

«Σκέφτομαι το Κρασνόι».

«Τι θα κάναμε εκεί;» ρώτησε ο Μπρελαβάι προβληματισμένος, ξαφνιασμένος.

«Εδώ στο Σολάριυ δεν υπάρχει τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα στις επαρχίες… Αυτοί οι αναθεματισμένοι κάτοικοι, οι χωρικοί σου. Δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τον Μεσαίωνα. Η πρω- τεύουσα είναι το μοναδικό μέρος για μας, αν είμαστε σοβαροί. Θεέ μου, πόσο μακριά είναι πια το Κρασνόι;»

«Υποθέτω πως ο Μόλζεν κυλούσε εκεί πριν από μια-δυο μέρες»,αποκρίθηκε ο Ίταλε κοιτώντας το γαλάζιο ποτάμι πέρα από τα δέντρα. «Ακούστε, αυτή είναι μια ιδέα, μια πραγματική ιδέα, Γκίβαν. Πρέπει να σκεφτώ. Πρέπει να φάω κάτι. Ελάτε. Κρασνόι, Κρασνόι!» Κοίταξε τους φίλους του όλο χαρά. «Δεν μπορούμε να πάμε στο Κρασνόι!» Κι έφυγαν όλοι μαζί γελώντας.

Όταν χώρισαν αργά το απόγευμα και ο Ίταλε ξεκίνησε για το σπίτι του ήταν ακόμα κυριευμένος από μια χαρούμενη κι εκστατική προσμονή.

Ήταν άραγε δυνατόν ν’αρχίσει μια καινούργια ζωή; Θα πήγαινε όντως στην πόλη, θα ζούσε εκεί, θα δούλευε μαζί με άλλους για το νιερόσκοπότης ελευθερίας; Ήταν αδιανόητο, φανταστικό, συγκλονιστικό, τι βήματα έπρεπε κανείς να κάνει; Σίγουρα θα υπήρχαν άνθρωποι στην πόλη που θα τους υποδέχονταν θερμά και θα τους έβαζαν στη δουλειά. Κυκλοφορούσαν φήμες πως εκεί υπήρχαν μυστικές οργανώσεις οι οποίες αλληλογραφούσαν με παρόμοιες ομάδες στο Πεδεμόντιο και στη Λομβαρδία, στη Νάπολη, στη Βοημία, στην Πολωνία, στα γερμανικά κράτη· γιατί, σ’ ολόκληρη την επικράτεια και τους δορυφόρους της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και ακόμα μακρύτερα, σε ολόκληρη την Ευρώπη, απλωνόταν το σιωπηλό δίκτυο του φιλελευθερισμού, σαν το νευρικό σύστημα ενός ανθρώπου που κοιμόταν· με ύπνο ανήσυχο, πυρετώδη, γεμάτο όνειρα. Ακόμα και σ’ αυτή την υπναλέα πόλη οι άνθρωποι αναφέρονταν στον Ματίας Σόβενσκαρ, εξορισμένο στα κτήματά του από το 1815, ως «ο βασιλιάς». Που ήταν, δηλαδή, δικαιωματικά και με τη βούληση του λαού του κληρονομικός και συνταγματικός βασιλιάς μιας ελεύθερης χώρας, και στο διάολο ο αυτοκράτορας και η Αυτοκρατορία του! Ο Ίταλε συνέχισε να περπατάει στον σκιερό δρόμο σαν καλοκαιρινός ανεμοστρόβιλος, με πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο, παλτό ανοιχτό.

Ζούσε με την οικογένεια του θείου του, Άνγκελε Ντρου· πριν από το δείπνο εξήγησε στον θείο του ότι βρισκόταν υπό νυχτερινό περιορισμό κατ’ οίκον. Ο θείος του γέλασε. Αυτός και η γυναίκα του, γεννήτορες μιας μεγάλης φάρας, είχαν προσφέρει στον ανιψιό τους ένα μικρό δωμάτιο, μεγάλα γεύματα και απεριόριστη εμπιστοσύνη· οι δικοί τους μεγάλοι γιοι δεν ήταν ιδιαίτερα σταθεροί χαρακτήρες, και μερικές φορές η έκπληξή τους συναγωνιζόταν τη χαρά τους που ο Ίταλε δικαίωνε την εμπιστοσύνη τους. «Σε τι μπελάδες έμπλεξες; Τι έκανες τώρα, βρε κουτάβι;» ρώτησε ο θείος του.

«Κάρφωσα ένα χαζό ποίημα στο παρεκκλήσι».

«Αυτό είναι όλο; Σου έχω πει για εκείνο το βράδυ που φέραμε τις γυφτοπούλες μέσα στο πανεπιστήμιο; Τότε δεν κλείδωναν τις πόρτες τη νύχτα», και ο Άνγκελε επανέλαβε την ιστορία. «Λοιπόν, τι αφορούσε το ποίημά σου;»

«Α, την πολιτική».

Ο Άνγκελε συνέχισε να χαμογελάει, ωστόσο στο μέτωπό του χαράχτηκε μια ρυτίδα απόγνωσης ή απογοήτευσης. «Τι είδους πολιτική, δηλαδή;» Για να τον κατευνάσει, ο Ίταλε του απήγγειλε το ποίημά του κι έπειτα χρειάστηκε να του το αναλύσει περισσότερο.

«Μάλιστα», είπε αόριστα ο Άνγκελε. «Τι να σου πω, δεν ξέρω. Έχουν αλλάξει τα πράγματα από τότε που είχα τα χρόνια σου. Όλοι αυτοί οι Πρώσοι και οι Ελβετοί, ο Χάλερ, ο Μίλερ, Θεέ και Κύριε, τι μας νοιάζουν εμάς; Ξέρω ποιος είναι ο φον Γκεντς, είναι ο επικεφαλής της Αυτοκρατορικής Αστυνομίας, πολύ σημαντική θέση. Δεν είναι δική μας υπόθεση το τι κάνουν τέτοιοι άνθρωποι».

«Δεν είναι δική μας υπόθεση! Όταν ό,τι κάνουμε εμείς είναι δική τους;

Όταν  μας συλλαμβάνουν, έτσι κι ανοίξουμε το στόμα μας;» Ο Ίταλε ήθελε πάντα να αποφεύγει να συζητάει για πολιτική με τον θείο του, αλλά οι ιδέες του ήταν τόσο ξεκάθαρες και τα γεγονότα τόσο πασίδηλα, ώστε κάθε φορά ήταν βέβαιος πως μπορούσε να τον πείσει. Ο Άνγκελε πανικοβαλλόταν και πείσμωνε ολοένα και περισσότερο, τόσο που αρνιόταν να παραδεχτεί ακόμα κι ότι αντιπαθούσε την ξένη εθνοφρουρά που αστυνόμευε την πόλη και το πανεπιστήμιο, και ότι κι αυτός επίσης θεωρούσε τον Ματίας Σόβενσκαρ βασιλιά. «Απλώς βρεθήκαμε στη λάθος πλευρά το ’136. Θα έπρεπε να ενταχθούμε στη Συμμαχία και ν’ αφήσουμε τον Βοναπάρτη να κρεμαστεί με το ίδιο του το σχοινί. Εσύ δεν θυμάσαι πώς ήταν όταν όλη η Ευρώπη βρισκόταν σε πόλεμο, το μόνο που ακούς είναι πόλεμος, οι Πρώσοι χάνουν, οι Ρώσοι νικάνε, ένας στρατός είναι εδώ, ένας στρατός είναι εκεί, υπάρχει έλλειψη στα τρόφιμα, κανείς δεν είναι ασφαλής στο κρε- βάτι του. Μπορεί να βγάλει κάποιος ένα σωρό λεφτά, μα δεν του προσφέρουν καμιά ασφάλεια… καμιά σταθερότητα. Η ειρήνη είναι σπουδαίο πράγμα, αγόρι μου! Λίγα χρόνια μεγαλύτερος να ήσουν, θα το ’χες μάθει αυτό».

«Αν το τίμημα της ειρήνης είναι η ελευθερία…»

«Α, η ελευθερία, τα δικαιώματα… Μην ξεγελιέσαι από τα λόγια, παιδί μου Ίταλε. Τα λόγια φεύγουν με τον άνεμο, η ειρήνη όμως είναι θεόσταλτη, αυτή είναι η αλήθεια». Ο Άνγκελε ήταν βέβαιος ότι είχε πείσει τον Ίταλε: οι ιδέες ήταν τόσο ξεκάθαρες, τα γεγονότα τόσο πασίδηλα. Ο Ίταλε, ανμητιάλλο, άφησε στην άκρη τις επιχειρηματολογίες. Στο τραπέζι, ο Άνγκελε έβγαλε ένα λογύδριο κατά των καινούργιων φορολογικών νόμων που επέβαλλε η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου, την οποία πριν από μία ώρα υπερασπιζόταν. Το ολοκλήρωσε με παραπονιάρικο ύφος· όταν χαμογέλασε και κοίταξε γύρω του απολογητικά την οικογένειά του, έμοιαζε πάρα πολύ με την αδελφή του, τη μητέρα του Ίταλε. Ο νεαρός του ’ριξε μια τρυφερή ματιά συγχωρώντας τον. Δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει για την αδυναμία του ν’ αντιληφθεί την κατάσταση· στο κάτω-κάτω, κόντευε τα πενήντα.

Τα μεσάνυχτα ο Ίταλε καθόταν στο τραπέζι, στο μικρό υπνοδωμάτιό του στη σοφίτα. Είχε τεντώσει πάλι τα πόδια του, και με το πιγούνι στηριγμένο στις παλάμες του χάζευε το σκοτάδι από το ανοιχτό παράθυρο πάνω από τις στοίβες με τα βιβλία και τα χαρτιά. Ακουγόταν το θρόισμα, η ταραχή και η σιγή των δέντρων στη μαγιάτικη νύχτα· το σπίτι βρισκόταν κοντά στην άκρη της πόλης και δεν φαινόταν κανένα άλλο φως. Ο Ίταλε σκεφτόταν το παράθυρο του δωματίου του στο σπίτι πάνω από τη λίμνη Μαλαφρένα, και την πιθανότητα να πάει στο Κρασνόι, και τον θάνατο του Στηλίχωνα7, και το γκριζογάλανο ποτάμι πέρα από τις ιτιές, και την ανθρώπινη ζωή, όλα μαζί ανάκατα σε μια μακρόσυρτη σκέψη που δεν μπορούσε να αρθρωθεί καθαρά. Στον δρόμο αντήχησε ο κρότος από δυο ζευγάρια στρατιωτικές μπότες, αυστριακής κατασκευής, που σταμάτησαν μπροστά στο σπίτι κι έπειτα συνέχισαν την πορεία τους.

Αφού πρέπει να γίνει έτσι, ας γίνει· είναι απαραίτητο, σκέφτηκε με νευρική χαρά, λες κι αυτές οι λέξεις συνόψιζαν τις υπόλοιπες, και αφουγκράστηκε το απαλό θρόισμα των φύλλων. Το σκαρφάλωμά του πάνω από την καγκελόπορτα στα σιωπηλά προαύλια του πανεπιστημίου και η συνάντηση με τον πρύτανη έμοιαζαν πια σαν να είχαν συμβεί πριν από πολύ καιρό, όταν ήταν μικρός, πριν οι πράξεις του να έχουν κάποια σημασία. Του φαινόταν τώρα πως όταν ο Φρένιν είχε πει «Σκέφτομαι το Κρασνόι», τα περίμενε αυτά τα λόγια… Έπρεπε να ειπωθούν, ήταν αναπόφευκτα. Δεν θα γύριζε πίσω για να ζήσει τη ζωή του στα κτήματα πάνω στα βουνά. Δεν μπορούσε να γίνει πλέον κάτι τέτοιο.

Ήταν τόσο ολοκληρωτικά αδύνατο, ώστε είχε την άνεση να αναπολεί με νοσταλγία και θλίψη εκείνη την ύπαρξη την οποία μέχρι σήμερα θεωρούσε αδιαμφισβήτητη μοίρα του.

Εκεί γνώριζε κάθε μέτρο γης, κάθε πράξη της καθημερινής δουλειάς, κάθε ψυχή, τα ήξερε όπως ήξερε το δικό του σώμα, τη δική του ψυχή. Από την πόλη δεν γνώριζε τίποτα.

«Πρέπει να πάω, πρέπει να πάω», επανέλαβε με σιγουριά, χαρά και φόβο. Ο νυχτερινός αέρας, φρέσκος και με την ευωδιά της νωπής γης, άγγιξε το πρόσωπό του κι έκανε τις λευκές κουρτίνες να αναδευτούν· η πόλη κοιμόταν κάτω απ’ τα αστέρια της άνοιξης.

  1. Γερμανικά στο κείμενο: Κύριε. (Σ.τ.Μ.)
  2. Ο Άνταμ Χάινριχ Μίλερ (1779-1829), πρώσος πολιτικός οικονομολόγος, και ο Φρίντριχ φον Γκεντς (1764-1832), πρώσος πολιτικός δημο- σιογράφος, υπήρξαν σύμβουλοι του Μέτερνιχ στην Αυστριακή Κυβέρνηση και βοήθησαν στη σύνταξη των Διαταγμάτων Κάρλσμπαντ του 1819, που είχαν σκοπό να καταπνίξουν τις εθνικιστικές και φιλελεύθε- ρες τάσεις στα πανεπιστήμια της Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Ο Καρλ Λούντβιχ φον Χάλερ (1768-1854) ήταν ελβετός νομικός και θεωρητικός της πολιτικής, γνωστός για τις αντιδραστικές του απόψεις. (Σ.τ.Μ.)

 

  1. Οι Ενενήντα Πέντε Θέσεις για την Αποτελεσματικότητα των Εντρυφή- σεων (λατ: Disputatio pro declaratione virtutis indulgentiarum) γράφτηκαν από τον Μαρτίνο Λούθηρο, εξαιτίας της πρακτικής των συγχωροχαρτίων, και στις 31 Οκτωβρίου 1517 θυροκολλήθηκαν από τον ίδιο στον καθεδρικό ναό της Βιτεμβέργης. Με αυτές ο Λούθηρος κατήγγελλε την πρακτική με τα συγχωροχάρτια ως αντιχριστιανική και καλούσε τους πιστούς σε δημόσια συζήτηση για το θέμα. Οι 95 θέσεις υπήρξαν καταλυτικές για την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση. (Σ.τ.Μ.)
  2. Παρωνύμιο των Αυστριακών, λογοπαίγνιο με τις λέξεις Osterreich (Αυστρία) και Ostrich (στρουθοκάμηλος). (Σ.τ.Μ.)
  3. Γερμανικά στο κείμενο: «Αυτό πολύ θα ήθελα κι εγώ να το μάθω». Μτφρ. Γιάννης Κοιλής. (Σ.τ.Μ.)
  4. Το 1813, η Αυστρία, η Πρωσία, η Ρωσία κι η Σουηδία συμμάχησαν εναντίον του Ναπολέοντα, του οποίου ο στρατός περιλάμβανε επίσης πολωνικά, ιταλικά και γερμανικά στρατεύματα. Στη μάχη της Λειψίας, 16-19 Οκτωβρίου 1813, τα συμμαχικά στρατεύματα νίκησαν τον Ναπο- λέοντα και τον εξανάγκασαν να οπισθοχωρήσει στη Γαλλία. (Σ.τ.Μ.)
  5. Φλάβιος Στηλίχων (359-408), ρωμαίος στρατηγός γερμανικής καταγωγής, που κατηγορήθηκε για προδοσία και εκτελέστηκε. (Σ.τ.Μ.)